
Παράλληλα, η στάση του αναδεικνύει τη διάκριση ανάμεσα στην αναγνώριση του έργου και τη συμμετοχή στον θεσμό της βράβευσης. Στο πλαίσιο αυτό, επιχειρούμε μια συνέντευξη που εστιάζει στο σκεπτικό, την αυτονομία και τη δημιουργική ελευθερία του συγγραφέα, αλλά και στην εμπειρία του ως πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, που επιλέγει να πορεύεται σύμφωνα με τις προσωπικές του αξίες.
_Μπορείτε να μας εξηγήσετε, με δικά σας λόγια, τι σας οδήγησε στην απόφαση να αρνηθείτε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, παρά την εκτίμηση προς την επιτροπή και το έργο της;
Ακούστε, τα βραβεία προσεγγίζουν τη λογοτεχνία ιεραρχικά, ως ένα πεδίο ανταγωνισμού και διακρίσεων. Χωρίζουν τους συγγραφείς σε νικητές-«βραβευμένους», «καταξιωμένους» – και τους υπόλοιπους. Εγώ θεωρώ πως η λογοτεχνία είναι μια υπόθεση αιμορραγική. Δεν πιστεύω πως υπάρχουν νικητές στην τέχνη, συχνά μάλιστα παίζεις για να χάσεις. Τι κέρδισε ο Κάφκα, ο Ουάιλντ, ο Μπολάνιο; Για να βραβευτούμε γράφουμε; Ή επειδή αυτός είναι ο κρυφός πυρετός μας, η ανεξήγητη αγωνία που μαγεύει τις ζωές μας; Ας μην υποβιβάσουμε σε διαγωνισμό αυτήν την άναρχη περιπέτεια, αυτό το ατέρμονο παιχνίδι που κάποιες φορές μπορεί να γεννήσει κατακλυσμιαία συναισθήματα μέσα μας. Λέω, επίσης, πως κάποιος που υπηρετεί με επιμονή το συγγραφικό του σχέδιο, παρά το γεγονός πως συναντάει μονάχα αδιαφορία και απόρριψη, ενδέχεται να έχει να μας πει περισσότερα για τη λογοτεχνία από οποιονδήποτε βραβευμένο συγγραφέα.
Και έπειτα, σκέφτομαι, πώς βοηθάει ένα βραβείο τους αναγνώστες να ζυγώσουν την ουσία ενός έργου; Ο χαρακτηρισμός «βραβευμένος», που κολλάμε σε συγγραφείς και βιβλία, δεν σημαίνει τίποτα. Είναι μια κενολογία, που αδικεί μάλιστα όποιον πασχίζει να σχηματίσει μια αισθητική και πνευματική πρόταση. Αντί να προσπαθήσουμε να περιγράψουμε αυτήν την πρόταση, τη χαρακτηρίζουμε απλά βραβευμένη και ξεμπερδεύουμε. Σαν να εστιάζουμε στο γεγονός ότι ο Μπόρχες πήρε το βραβείο Formentor και όχι στο πώς άνοιξε νέους δρόμους για τη λογοτεχνία, προοικονομώντας ένα μυθιστόρημα γεμάτο όνειρα, παρεκβάσεις, πλάνες, παραχαράξεις και αντικατοπτρισμούς.
Τέλος, η υποκειμενικότητα των βραβείων. Μπορείς να επιχειρηματολογήσεις ότι ένα βιβλίο είναι «καλό». Αλλά πώς κρίνεις ότι είναι καλύτερο από οποιοδήποτε άλλο; Διαφορετικό ύφος, στοχοθεσία, λογική, είδος… Κάπως έτσι τα βραβεία αγνόησαν διαχρονικά συγγραφείς που τελικά καθόρισαν τη λογοτεχνία, ενώ την ίδια ώρα δόξασαν πολλές ασημαντότητες. Ποια λοιπόν η εγκυρότητα της ιεράρχησης που προτείνουν; Μόνο οι αναγνώστες στο βάθος του χρόνου μπορούν να ξεχωρίσουν τι είναι πραγματικά σημαντικό.
_Στο κείμενό σας φαίνεται ότι ξεχωρίζετε την αξία της βράβευσης από την κριτική αξιολόγηση του έργου σας. Πώς βιώνετε αυτή τη διαφορά στην καθημερινή σας σχέση με τη λογοτεχνία;
Σαφέστατα, και πρέπει να το τονίσω αυτό. Η λογοτεχνική κριτική είναι αναγκαία – ιδίως όταν μιλάει όχι μόνο για τις ποιότητες αλλά και για τις αδυναμίες ενός έργου. Η αγορά βιάζεται να αναδείξει «αριστουργήματα», οι δε συγγραφείς συνήθως συγχρωτίζονται με όσους τους εκτιμούν. Ποιος λοιπόν θα τους βοηθήσει να κατανοήσουν τις αστοχίες τους; Η κριτική μπορεί να παίξει αυτό τον ρόλο. Θέλω λοιπόν και να διαβαστώ και να κρίνομαι, ασχέτως που αρνούμαι τα βραβεία. Με αυτήν την έννοια χαίρομαι όταν ένας κριτικός ασχολείται με το έργο μου.
Προσέξτε και το εξής που έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Τα μέλη της επιτροπής άρθρωσαν και κριτικό λόγο. Οχι μόνο για τα βραβευμένα έργα αλλά και για τη λογοτεχνία μας συνολικά. Διαπίστωσαν, παραδείγματος χάρη, μια στασιμότητα, μια έλλειψη θεματικής πρωτοτυπίας και πειραματισμού ως προς τα εκφραστικά και αφηγηματικά μέσα. Οι ιστοσελίδες αναπαρήγαγαν τις λίστες των βραβείων, κανένας όμως δεν στάθηκε σε αυτό το σημαντικό θέμα που προσπάθησε να αναδείξει η επιτροπή. Θέλω να πω δηλαδή πως ο ίδιος ο κριτικός λόγος πέφτει θύμα του ρηχού διαφημιστικού χαρακτήρα των βραβείων.
_Πώς διαχειρίζεστε την έντονη πολωτική συζήτηση στα κοινωνικά δίκτυα γύρω από την απόφασή σας να μη δεχτείτε το βραβείο; Σας έχει επηρεάσει σε προσωπικό ή δημιουργικό επίπεδο;
Χαίρομαι που άνοιξε αυτός ο διάλογος. Δεν είναι η πρώτη φορά, και άλλοι έχουν αρνηθεί βραβεία – ο Χριστιανόπουλος, ο Τριαρίδης, πιο αθόρυβα το περιοδικό «Σημειώσεις». Ομως, δεν είναι μια συζήτηση που την κάνουμε συχνά. Η άποψη που εκφράζω παραμένει μειοψηφική -τουλάχιστον ανάμεσα σε εκδότες και συγγραφείς- άρα διατυπώνεται σπάνια. Και επειδή ακριβώς οι αρνήσεις είναι ελάχιστες, φοβάμαι πως θα καταλήξουμε κάποια στιγμή να τις θεωρούμε αδιανόητες, αφήνοντας αναπάντητο το ισχύον παράδειγμα, αυτό της αποδοχής των βραβείων. Θέλησα λοιπόν η άρνησή μου να λειτουργήσει ως υπόμνηση μια ετερόδοξης αντίληψης για τη λογοτεχνία.
Από εκεί και πέρα, κάποιοι συμφώνησαν, άλλοι όχι. Κατανοώ τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς, που επισημαίνει τη λειτουργία των βραβείων ως εργαλείων αξιολόγησης αλλά δεν τα ενστερνίζομαι. Το σημαντικό είναι ο διάλογος.
Δεν επηρεάζομαι προσωπικά. Εθιξα ένα λογοτεχνικό ζήτημα. Προκλήθηκε παρεμπιπτόντως κάποιος θόρυβος γύρω από το πρόσωπό μου, αλλά αυτός έχει ήδη κοπάσει. Θα επιστρέψω στις ασχολίες μου και ο χρόνος θα δείξει αν έχω τελικά οτιδήποτε ουσιαστικό να καταθέσω πέρα από αυτήν μου την άρνηση.
_Θεωρείτε ότι η αποδοχή ή η άρνηση ενός βραβείου επηρεάζει τη συγγραφική σας αυτονομία ή την καλλιτεχνική σας ελευθερία;
Δουλειά όποιου γράφει είναι να καταθέσει με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ειλικρίνεια και ενάργεια το συγγραφικό του αποτύπωμα – κι ας αποδοκιμαστεί αυτό τελικά. Οτιδήποτε τον απομακρύνει από αυτόν το σκοπό -είτε η δίψα για θεσμική αναγνώριση, είτε η επιθυμία να ποζάρει ως αντισυμβατικός- θα κάνει τελικά κακό και στον ίδιο και στο έργο του.
Αποδεχόμενος τη λογική των βραβείων, κινδυνεύεις να σκεφτείς κάποτε ότι μια συγκεκριμένη επιλογή ύφους, γλώσσας, θέματος θα βοηθήσει το έργο σου να πλασαριστεί στις σχετικές λίστες. Σε ό,τι με αφορά, δεν θα ήθελα να έχω τη δυνατότητα αποδοχής ενός τέτοιου κινήτρου. Με την άρνησή μου έκαψα κάθε γέφυρα με τον θεσμό των βραβείων. Το όνομά μου δεν θα βρεθεί ποτέ ξανά στις σχετικές λίστες και επομένως μπορώ να συνεχίσω απερίσπαστος – τουλάχιστον από αυτήν την άποψη.

