
_Το νησί του Ομπλίκ μοιάζει να ζει στον δικό του χρόνο, αποκομμένο από τον έξω κόσμο. Πώς σας βοήθησε αυτή η στωικότητα του χώρου να στήσετε το εκρηκτικό κοινωνικό σκηνικό που ακολουθεί;
Μου αρέσουν οι μικροί χώροι, γιατί καθετί γιγαντώνεται. Και στην ουσία ο πρωταγωνιστής είναι αυτό το νησί με τα μοναδικά του χαρακτηριστικά, τις πατάτες που ανατινάζονται και τα παραισθησιογόνα φυτά. Αφήνω τους εγωπαθείς πολιτικούς, τους στερημένους ιερείς, τους κατ’ επίφαση μόνο οικολόγους και όλον αυτό τον συρφετό να κάνουν αυτό που ούτως ή άλλως κάνουν κάθε μέρα: να αποδεικνύουν την τρομακτική τους αναισθησία, τη βαθιά άγνοια, και την εξοργιστική προχειρότητα σε κάθε κίνηση και σχεδιασμό τους. Σε μια δαιδαλώδη μεγαλούπολη θα μπορούσαν να αλληλοκατηγορούνται και να καλύπτουν τις αδυναμίες τους, εδώ όμως ο καθένας δείχνει τον πραγματικό του εαυτό.
_Στην αφήγησή σας συναντάμε χαρακτήρες που κινούνται στο όριο του παραλόγου, από ψάλτες και χίπηδες μέχρι εκδικητικούς οικολόγους και αδίστακτους παρτιζάνους. Ποιο ήταν το σημείο εκκίνησης για να τους συνδέσετε σε μια ενιαία, πολυσύνθετη αφήγηση;
Ξεκίνησα με το νησί και έναν υπουργό ανίκανο να διαχειριστεί οτιδήποτε, τον Ρομπέρ. Τον συνόδευσα με μια εκρηκτική ερωμένη, τη Σαμπίν, έναν αδιάφορο πρωθυπουργό, τα ανακάτεψα, τσιγάρισα με Γερμανούς γραφειοκράτες, έβαλα επαναστάτες οικολόγους να σιγοβράζουν στο χαμηλό, γαρνίρισα με αρκετή εκκλησιαστική πλεονεξία και βούτηξα στις σπηλιές, στα έγκατα του νησιού για να ξεκινήσει η περιπέτεια. Τα υπόλοιπα έγιναν μόνα τους.

_Η «Σούπα Εμοσιονάλ» και άλλα παράδοξα εδέσματα λειτουργούν ταυτόχρονα σαν χιούμορ και κοινωνικό σχόλιο. Πόσο δύσκολο ήταν να ισορροπήσετε ανάμεσα στο αστείο και στην κριτική για τις ανθρώπινες συνήθειες ή τα πάθη;
Θεωρώ ότι τα ανθρώπινα πάθη είναι τραγικά όταν τα βλέπεις από κοντά και αστεία από απόσταση. Το λεκτικό τουλάχιστον χιούμορ είναι σχεδόν πάντα ένα κοινωνικό σχόλιο, κατά τη γνώμη μου. Κάθε μεγάλο πάθος είναι ταυτόχρονα μια εξίσου μεγάλη παρωδία, όταν αναλογιστούμε το πόσο μικροί και ασήμαντοι είμαστε, μα με τόσο δραματικές και μεγαλόσχημες εκφάνσεις που σκοπό έχουν να μας καταστήσουν, έστω για λίγο, το κέντρο του κόσμου – όπως νιώθουμε δηλαδή.
_Η ξαφνική επέμβαση της Ευρωπαϊκής Ενωσης αναστατώνει έναν μικρόκοσμο που είχε μάθει την αδράνεια. Πώς βλέπετε τη σχέση ανάμεσα στην πολιτική εξουσία και το απομονωμένο σύμπαν του Ομπλίκ;
Αυτή η σχέση ήταν που ήθελα να δείξω πρωτίστως στο βιβλίο. Οι διάφοροι πολιτικοί και τεχνοκράτες είναι πολύ συχνά τρομακτικά αποκομμένοι από το αντικείμενό τους. Η αδράνεια πλέον ενός βιότοπου ή μικρόκοσμου, όπως είναι το Ομπλίκ, δεν έχει θέση στο σημερινό γραφειοκρατικό και παρεμβατικό μηχανισμό, θεωρείται ασθένεια. Η αδράνεια είναι πολύ συχνά μια εύθραυστη, σοφή ίσως ισορροπία που δεν σεβόμαστε και που όταν τη διαταράξουμε… ε, γίνεται ο χαμός που γίνεται στο Ομπλίκ…
_Η αφήγηση κινείται σε επίπεδα παράδοξου, χιούμορ και αγωνίας, σαν ένα θέατρο όπου όλοι οι χαρακτήρες είναι ταυτόχρονα κωμικοί και τραγικοί. Πώς αποφασίσατε ποιο στοιχείο θα υπερισχύει σε κάθε σκηνή, ώστε ο αναγνώστης να παραμένει συνεχώς σε εγρήγορση;
Είμαι κακός άνθρωπος. Γράφω πάντα εν θερμώ, κάτι που θα έπρεπε να αποτελεί κακούργημα, ειδικά αν κρίνει κανείς εκ του αποτελέσματος. Ξεκίνησα δειλά τη συγγραφική μου πορεία αλλά, δυστυχώς, για τον αναγνώστη έχω ξεπεράσει κάθε ταμπού και κόμπλεξ, με αποτέλεσμα μια συγγραφική ασυδοσία που καταλήγει σε αυτό το εκρηκτικό τουρλουμπούκι (η επιμελήτρια θα μου είχε κόψει τη λέξη τουρλουμπούκι). Αν το παρομοιάσουμε με θέατρο, θέλω οι χαρακτήρες μου να κατεβαίνουν από τη σκηνή, να μπαίνουν στο ακροατήριο και να τα κάνουν μπάχαλο. Θέλω ο αναγνώστης να το ζει, όχι να το διαβάζει.
_Αν το νησί του Ομπλίκ μπορούσε να μιλήσει, τι θα μας έλεγε για την ανθρώπινη φύση και τις αντιφάσεις μας;
Το πρώτο που θα μας έλεγε θα ήταν να μην παίρνουμε τους εαυτούς μας στα σοβαρά. Η σοβαροφάνεια είναι από τις μεγαλύτερες ασθένειες. Το να είσαι ευτυχισμένος είναι τέχνη. Το να ζεις καλά είναι τέχνη. Το νησί, όπως είναι δομημένο στην αφήγηση, φανερώνει τους φόβους, τις αδυναμίες, τη μεγαλομανία του καθενός, τους ξεγυμνώνει. Η φύση ζούσε αρμονικά πριν την ενοχλήσουν, και τώρα το πληρώνουν. Οι αντιφάσεις τους, όπως η δήθεν ευεργετική αρωγή της Ε.Ε. που κρύβει μόνο απληστία και άγνοια, είναι η καταστροφή τους εντέλει. Η ανθρώπινη φύση δεν είναι κάποιο μυστήριο. Είμαστε μικρά ασήμαντα ανθρωπάκια που κάθε μέρα περπατάμε, αναπνέουμε, ζούμε, σε κάτι μαγικό. Οσο κοιτάμε προς τα μέσα, όσο ασχολούμαστε με εμάς και όχι με αυτό, τόσο πιο χαμένοι είμαστε.

