
Με φόντο την αρχαία Πομπηία, πέντε άνθρωποι, μια φιλόλογος, ένας μαθηματικός, μια μαθήτρια, μια γυμνάστρια και ένας ξεναγός, βαδίζουν μέσα σε έναν τόπο όπου η ιστορία σταμάτησε απότομα, την ημέρα που η έκρηξη του ηφαιστείου πάγωσε τον χρόνο. Καθώς οι χαρακτήρες περιπλανώνται στα ερείπια, έρχονται αντιμέτωποι με μνήμες, τραύματα και επιθυμίες που μοιάζουν θαμμένα, όπως οι τοιχογραφίες της πόλης. Η πολυφωνική αυτή νουβέλα μετατρέπει το παρελθόν σε καθρέφτη του παρόντος, θυμίζοντας πως κάθε άνθρωπος κουβαλά έναν δικό του χαμένο κήπο, έναν τόπο από όπου κάποτε χρειάστηκε να φύγει.
1.Η Πομπηία είναι ένας τόπος όπου ο χρόνος σταμάτησε ξαφνικά. Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να χρησιμοποιήσετε αυτή την πόλη ως σκηνικό για μια ιστορία τόσο προσωπικών εξομολογήσεων;
Η Πομπηία είναι μια πόλη-σύμβολο. Συνδέεται στο συλλογικό μας φαντασιακό με μια ανθρώπινη συνθήκη ευημερίας, πλούτου, ηδονής, μια κορυφή σωματικής και πνευματικής απόλαυσης, την οποία διαδέχθηκε η βίαιη, ξαφνική πτώση. Ως εκ τούτου, η κυρίαρχη μεταφορά που διατρέχει όλη τη νουβέλα είναι αυτή της πτώσης από τον Παράδεισο. Η παραδείσια κατάσταση είναι άχρονη. Ο χρόνος ξεκινά με την πτώση, τότε αρχίζουν οι στιγμές του να μας «στίζουν», να μας χαράσσουν. Γι’ αυτές τις χαρακιές μιλούν οι εξομολογήσεις.
2. Στη νέα σας νουβέλα παρακολουθούμε πέντε διαφορετικούς ανθρώπους, την Κατερίνα, τον Αντρέα, τη Νεφέλη, τη Σόνια και τον Λεονάρντο, να περιπλανώνται στην Πομπηία, κουβαλώντας ο καθένας τις δικές του ρωγμές. Πώς γεννήθηκαν αυτοί οι χαρακτήρες; Υπήρχε από την αρχή η ιδέα μιας μικρής «χορωδίας» φωνών που θα αφηγείται την ιστορία ή προέκυψαν στην πορεία της γραφής;
Εξαρχής η ιδέα ήταν να χτιστεί ένα ψηφιδωτό από φωνές, μια τοιχογραφία της οποίας θα αποκαλύπτονται λίγο λίγο τα διάφορα μέρη συνθέτοντας σταδιακά τη συνολική εικόνα. Ηθελα ο κάθε ήρωας να ξεδιπλώνει μια πτυχή της «πτώσης», της απώλειας. Η πενηντάχρονη Σόνια, για παράδειγμα, νιώθει εξόριστη, «φυγάς» από τη νιότη και το ερωτικό παιχνίδι. Ο Αντρέας έρχεται πρώτη φορά σε επαφή με παιδικά τραύματα και μια εσωτερικευμένη ενοχή που τον ωθεί στην αυτοτιμωρία. Ενα είδος τιμωρίας επιφυλάσσει κι η δεκαεπτάχρονη Νεφέλη στο σώμα της, τραυματίζοντάς το, μετά από το διαζύγιο των γονιών της, βρίσκοντας όμως τον δικό της μικρό παράδεισο στη λογοτεχνία. Ο Λεονάρντο παλεύει με τις αναμνήσεις από τον τελευταίο του έρωτα κι η Κατερίνα προσπαθεί να διασώσει «ομοιώματα» από όσα πρόκειται σύντομα να αποχωριστεί. Η απώλεια, η ενοχή, η αμαρτία, η γνώση, η έλξη του απαγορευμένου, η μνήμη, η επιβίωση, είναι μοτίβα που συνδέονται με την «πτώση», σφραγίζουν την αφήγηση κάθε ήρωα και ηρωίδας της νουβέλας.

3. Στην Πομπηία το παρελθόν δεν μοιάζει απλώς να διατηρείται, μοιάζει να αναπνέει μέσα από τα ίχνη των ανθρώπων που χάθηκαν. Πώς δουλέψατε λογοτεχνικά αυτή τη συνάντηση του παρόντος με ένα παρελθόν που έχει παγώσει στον χρόνο;
Η συνάντηση του παρόντος με το παρελθόν γίνεται εδώ μέσα από τη φωνή των αντικειμένων. Ενα καρβέλι ψωμί, ένα πέτρινο κρεβάτι πορνείου, ένα νόμισμα και μια τοιχογραφία αφηγούνται τη ζωή τους μέχρι τη μέρα της έκρηξης. Τα αντικείμενα αυτά τα συναντάμε και στις σύγχρονες αφηγήσεις των ηρώων, οπότε λειτουργούν τρόπον τινά ως κρίκος ανάμεσα στο σήμερα και το χθες. Ταυτόχρονα, αποτελούν και σύμβολα βασικών διαστάσεων της ζωής: τροφή, έρωτας, χρήμα, τέχνη. Η γλώσσα των αντικειμένων ήθελα να διαθέτει μια ποιητική διάσταση, να διαφέρει ως προς το ύφος με τη γλώσσα των προσώπων, να μοιράζεται όμως και κάποια κοινά στοιχεία με αυτήν. Μουσικά μιλώντας, θα ήθελα να ακούγεται σαν μια δεύτερη φωνή, που με τη συνδρομή της φωτίζεται κάπως το μυστήριο των ανθρωπίνων.
4. Στον «Κήπο των Φυγάδων» τα αντικείμενα αποκτούν φωνή, σαν να μιλούν για τις ζωές που χάθηκαν. Είναι για εσάς η μνήμη ένα είδος αρχαιολογίας;
Τα αντικείμενα μιλούν με τη σοφία, ενίοτε και το χιούμορ, που τους προσδίδει η απόσταση από το ανθρώπινο δράμα. Παρατηρούν, νιώθουν ίσως, αλλά είναι πιο ανθεκτικά -αν και όχι άτρωτα- στις επιθέσεις του χρόνου. Καθώς στην πλοκή τα συναντάμε σήμερα ως εκθέματα, ως ίχνη από το παρελθόν που έχουν επιβιώσει και εκτίθενται σε έναν αρχαιολογικό χώρο, σίγουρα μπορούμε να διακρίνουμε στον ρόλο τους την ανάγκη της σύνδεσης με την ιστορία μας, την προσωπική και συλλογική, καθώς και τον καταλυτικό ρόλο της μνήμης, που συγκροτεί και αρθρώνει την αφήγησή μας.
5. Αν ο «Κήπος των Φυγάδων» είναι ένας συμβολικός τόπος εξορίας από την αθωότητα, τι ελπίζετε να πάρει μαζί του ο αναγνώστης φεύγοντας από αυτόν τον κήπο;
Ελπίζω να πάρει αυτή την αίσθηση που παίρνουμε από τα βιβλία που μας αγγίζουν: πως δηλαδή κάτι ειπώθηκε που θα ήθελε να το είχε πει κι αυτός, κάτι που υπήρχε μέσα του ανείπωτο και μπήκε σε λέξεις.

