Σύμφωνα με απόφαση του, το Κεντρικό Συμβούλιο Νεότερων Μνημείων, τις χαρακτήρισε «μνημείο».
Να σημειωθεί, ότι ειδικό κλιμάκιο εμπειρογνωμόνων μεταβαίνει αύριο (20/2) στη Γάνδη, όπου θα πραγματοποιηθεί συνάντηση με τον κάτοχο της συλλογής για την εξέταση των φωτογραφιών.
Η ελληνική αποστολή, που αποτελείται από έμπειρους υπηρεσιακούς παράγοντες και εξειδικευμένους φωτογράφους, αναμένεται να φτάσει στη Γάνδη το πρωί της Παρασκευής προκειμένου να εκκινήσει μια διαδικασία τριών σταδίων. Πρώτο μέλημα των εμπειρογνωμόνων είναι η επικύρωση της αυθεντικότητας των φωτογραφιών, το δεύτερο η εξακρίβωση της προέλευσής τους, δηλαδή το πώς ακριβώς κατέληξαν στα χέρια του ιδιώτη. Στη συνέχεια, θα ξεκινήσει η διαπραγμάτευση για τη μεταφορά του αρχείου στο ελληνικό κράτος, μια επιχείρηση που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη λεπτότητα.
Το υπουργείο Πολιτισμού χαρακτήρισε τις φωτογραφίες ανεκτίμητες, καθώς δίνουν «πρόσωπο» στις ιστορικές μαρτυρίες για το ήθος και τον πατριωτισμό τους, λίγες στιγμές πριν από την εκτέλεσή τους.
«Η αρμόδια Διεύθυνση Νεώτερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς επικοινώνησε άμεσα με τον συλλέκτη και εμπειρογνώμονες μεταβαίνουν την Παρασκευή στην έδρα του, στο Έβεργκεμ του Βελγίου, ώστε να διαπιστώσουν εκ του σύνεγγυς τη συλλογή και να συνομιλήσουν μαζί του. Με την σημερινή κήρυξη της συλλογής ως μνημείο, το Υπουργείο Πολιτισμού αποκτά το έρεισμα για να την διεκδικήσει και να την αποκτήσει εκ μέρους του ελληνικού κράτους», δήλωσε η Υπουργός Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, οι φωτογραφίες αυτές φέρεται να αποτελούν μέρος της προσωπικής συλλογής του Χέρμαν Χόγιερ, υπολοχαγού της Βέρμαχτ κατά την περίοδο της Κατοχής. Ο Χόγιερ, ο οποίος υπηρετούσε στο στρατόπεδο της Μαλακάσας, φέρεται να είχε λάβει ρητή εντολή να παρακολουθήσει ή και να συνδράμει στη διαδικασία της εκτέλεσης στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής, καταγράφοντας με τον φακό του τις τραγικές στιγμές.
Η υπόθεση έλαβε διαστάσεις όταν οι επίμαχες φωτογραφίες εμφανίστηκαν το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου σε γνωστό ιστότοπο δημοπρασιών. Παρά το γεγονός ότι αποσύρθηκαν από τη συγκεκριμένη πλατφόρμα δύο ημέρες αργότερα, η συλλογή παραμένει προς πώληση, γεγονός που κινητοποίησε άμεσα τις ελληνικές αρχές. Η Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς του υπουργείου Πολιτισμού ήρθε σε επαφή με τον συλλέκτη που κατέχει τα ντοκουμέντα, προκειμένου να εκκινήσουν οι διαδικασίες επιστροφής τους στην Ελλάδα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ανακήρυξη της συλλογής ως μνημείο αποτελεί ένα κρίσιμο θεσμικό βήμα, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι το Συμβούλιο έχει προχωρήσει σε τελεσίδικη πιστοποίηση της αυθεντικότητας του υλικού σε αυτό το στάδιο. Η διαδικασία αυτή θα συνεχιστεί με την αποστολή κλιμακίου εμπειρογνωμόνων στη Γάνδη την προσεχή Παρασκευή, όπου θα πραγματοποιηθεί συνάντηση με τον κάτοχο της συλλογής για την από κοντά εξέταση των φωτογραφιών και τη συλλογή περαιτέρω πληροφοριών.
Η ελληνική κυβέρνηση διαμηνύει πως η κίνηση αυτή αποσκοπεί στη διαφύλαξη της ιστορικής μνήμης μιας από τις πιο εμβληματικές και τραγικές σελίδες της Εθνικής Αντίστασης, διασφαλίζοντας ότι το σπάνιο αυτό οπτικό υλικό θα περιέλθει οριστικά στην κατοχή του ελληνικού λαού.
Συγκλονιστική μαρτυρία για τις εκτελέσεις στην Καισαριανή: «Ήμουν 10 χρονών ανεβασμένος στη μάντρα και είδα τα πάντα»
Συγκλονίζει η μαρτυρία του 92χρονου Τάσου Χατζηαναστασίου για τις εκτελέσεις των «200» στην Καισαριανή, ο οποίος όπως δήλωσε «ήταν 10 χρονών ανεβασμένος στη μάντρα και είδε τα πάντα».
«Ήμουν πιτσιρίκος, 10 ετών ήμουν τότε. Εγώ θυμάμαι ότι η Καισαριανή ήταν ανάστατη από τα καμιόνια των Γερμανών, ανεβαίνανε στους δρόμους της Καισαριανής και πηγαίνανε μαζί με Έλληνες πατριώτες στο σκοπευτήριο για εκτέλεση. Εμείς σαν νεαρά παιδάκια που ήμασταν αρχίζαμε και τρέχαμε και κυνηγάγαμε τα καμιόνια από πίσω. Τρέχαμε πίσω από αυτά και βλέπαμε και ορισμένα χέρια να βγαίνουν από τα αυτοκίνητα και να πετάνε χαρτάκια. Αλλά εμείς δεν ξέραμε, σαν παιδάκια που ήμασταν τότε, καμιά δεκαριά παιδιά, ήμασταν και τρέχαμε, γιατί τα μεγαλύτερα παιδιά αυτά που ήταν 15-16, 20 χρονών, φεύγανε από την Καισαριανή και πηγαίνανε στους πρόποδες του Υμηττού. Εκεί ήταν ο “Αράπης”, και κρυβόντουσαν εκεί, για να μην τους σκοτώσουν οι Γερμανοί. Και όταν φεύγανε οι Γερμανοί γυρίζανε πίσω», είπε αρχικά ο κ. Χατζηαναστασίου.
Απαντώντας σε ερώτηση για το πώς αισθάνθηκε αντικρίζοντας τα συγκλονιστικά ντοκουμέντα που είδαν το φως της δημοσιότητας, απάντησε: «Συγκινήθηκα πάρα πολύ, τα είδα στην τηλεόραση, στις φωτογραφίες, βέβαια δεν θυμόμουνα πρόσωπα και πράγματα γιατί ήμουνα παιδί τότε. Αλλά θυμάμαι όλα τα άλλα».
Αναφορικά με τα σημειώματα που πετούσαν οι άνθρωποι που πήγαιναν για εκτέλεση με την ελπίδα να διαβαστούν από τους δικούς τους ανθρώπους, ο κ. Χατζηαναστασίου είπε «Εμείς δεν ξέραμε τι ήταν αυτά, ήμασταν παιδάκια τότε».
«Ξέραμε ότι θα τους εκτελέσουνε»
«Αφού φτάνανε τα καμιόνια στις πόρτες του σκοπευτηρίου εμείς φεύγαμε και πηγαίναμε στον τοίχο, γιατί ξέραμε ότι θα τους εκτελέσουνε. Ήμασταν παιδιά βέβαια, αλλά αυτό το γνωρίζαμε, γιατί είχαν εκτελέσει κι άλλους. Πιτσιρίκια 10 ετών, άλλος 11 και άλλος 9 ετών, πήγαμε και ανεβήκαμε στη μάντρα και βλέπαμε μέσα. Δεν είχαμε την αίσθηση του φόβου. Ήταν 5-6 Γερμανοί κάτω ξαπλωμένοι και ήταν ένας αξιωματικός από πάνω τους και τους έδινε εντολές. Και βάζανε 20, 10, 15 δικούς μας Έλληνες, και τους σκοτώνανε. Έδινε εντολή ο αξιωματικός στα γερμανικά, και αυτοί είχαν πολυβόλα. Ήταν ξαπλωμένοι αυτοί κάτω με τα πολυβόλα και καθάριζαν. Σύμφωνα με τις εντολές που τους δίνανε».
«Τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο και φώναζαν ΕΛΑΣ-ΕΛΑΣ»
«Μετά παίρναμε τις σφαίρες και τα μολύβια. Είχε πάρα πολλά μολύβια γιατί έρχονταν κάθε μέρα αυτοί και σκότωναν τον κόσμο. Σαν πιτσιρίκια που είμαστε τα μαζεύαμε και πηγαίναμε και τα πουλάγαμε. Κόσμο δεν είχε εκεί γιατί οι μεγάλοι λείπανε, φεύγανε. Είχε μόνο γυναίκες. Η μητέρα μου με έψαχνε».
«Την ώρα που τους εκτελούσανε τους ανθρώπους, τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο και φώναζαν ΕΛΑΣ-ΕΛΑΣ», λέει ο κ. Χατζηαναστασίου και τα λόγια του είναι το λιγότερο ανατριχιαστικά.
Συγκίνηση από τους συγγενείς των εκτελεσθέντων – Οι μαρτυρίες τους
Οι απόγονοι των ηρώων περιέγραψαν με δέος τις τελευταίες στιγμές των δικών τους ανθρώπων. Η Μαρία Βουλβούλη, ανιψιά του εκτελεσθέντος Ηλία Κακαλιού, σημείωσε πως οι φωτογραφίες αυτές δεν αποτελούν απλώς ιστορικά τεκμήρια, αλλά τη ζωντανή απεικόνιση της αξιοπρέπειας και της περηφάνιας εκείνων που «δεν προσκύνησαν».
Συγκλονίζουν οι αναφορές για τον τρόπο που οι μελλοθάνατοι, μέσα από τα καμιόνια που τους μετέφεραν από το Χαϊδάρι προς την Καισαριανή, πετούσαν σημειώματα γραμμένα σε κομμάτια υφάσματος. Ο Βασίλης Αμπελογιάννης, ανιψιός του Σπήλιου Αμπελογιάννη, ανέσυρε στη μνήμη του το μαντήλι που πέταξε ο θείος του, γράφοντας με μολύβι: «Πήγαινε σε αυτή τη διεύθυνση το μαντίλι και πες ότι εγώ πεθαίνω σαν ήρωας, σαν Έλληνας. Ζήτω ο ελληνικός λαός. Έτσι πεθαίνουν τα τίμια παλικάρια».
Η ιστορική έρευνα βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, με την προσπάθεια ταυτοποίησης των προσώπων που εμφανίζονται στις φωτογραφίες να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο πλούσιο Αρχείο του ΚΚΕ. Μία από τις εμβληματικές μορφές που αναγνωρίστηκαν είναι ο 30χρονος Χανιώτης Θρασύβουλος Καλαφατάκης. Ο εγγονός του, Θρασύβουλος Μαράκης, περιέγραψε τη στιγμή της αναγνώρισης του παππού του ως τον πιο ψηλό και θαρραλέο της ομάδας, ενώ ο Νικόδημος Κατσαρέλης, ανιψιός του Δημήτρη Πανταζή, τόνισε πως το κυρίαρχο συναίσθημα που εκπέμπουν οι μορφές στις φωτογραφίες είναι η απόλυτη αξιοπρέπεια με το κεφάλι ψηλά.
Με αφορμή τη δημοσιοποίηση αυτών των ντοκουμέντων, ο Δήμος Χαϊδαρίου επαναφέρει με ένταση το αίτημα να αποδοθεί το Μπλοκ 15 του στρατοπέδου στην τοπική κοινωνία. Πρόκειται για τον χώρο όπου παρέμειναν έγκλειστοι οι 200 πριν τη μεταφορά τους στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Στόχος είναι η μετατροπή του σε Μουσείο Εθνικής Αντίστασης, ως ένας ελάχιστος φόρος τιμής στη θυσία τους και ως χώρος διαφύλαξης της ιστορικής μνήμης για τις επόμενες γενιές.
Τι δήλωσε ο ιδιοκτήτης της εταιρείας πώλησης των φωτογραφιών
Η έδρα της εταιρείας του κατόχου των επίμαχων φωτογραφιών εντοπίστηκε σε μια περιοχή 30 χιλιόμετρα έξω από το κέντρο της Γάνδης, αποκαλύπτοντας πως δεν πρόκειται για κάποιο φυσικό κατάστημα αντικών, αλλά για έναν ιδιωτικό χώρο όπου ο ιδιοκτήτης διατηρεί το ηλεκτρονικό του κατάστημα. Σε δήλωσή του στο ΕΡΤnews, ο συλλέκτης επιβεβαίωσε την κατοχή του αρχείου, ωστόσο επέλεξε να τηρήσει χαμηλούς τόνους, δηλώνοντας πως θα τοποθετηθεί δημόσια μόνο μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Μάλιστα, έγινε γνωστό πως η κρίσιμη συνάντηση με τα στελέχη του Υπουργείου Πολιτισμού έχει προγραμματιστεί για την ερχόμενη Παρασκευή, σε ουδέτερο σημείο και όχι στις εγκαταστάσεις της εταιρείας του.

