
Στο Πανόραμα, εκδόσεις Πόλις, η διαφάνεια δεν λειτουργεί απλώς ως πολιτικό ή τεχνολογικό σενάριο, αλλά ως υπαρξιακή συνθήκη που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τους άλλους. Το μυθιστόρημα συνομιλεί με ευρύτερες ανησυχίες της σύγχρονης εποχής, από την κουλτούρα της έκθεσης έως την κατασκευή της δημόσιας εικόνας. Στη συνέντευξη αυτή, επιχειρούμε να φωτίσουμε τις θεματικές που διατρέχουν συνολικά το έργο της.
Σε όλο σας το έργο, η ταυτότητα φαίνεται να διαμορφώνεται μέσα από το βλέμμα των άλλων. Υπάρχει ακόμη, κατά τη γνώμη σας, χώρος για μια πραγματικά ιδιωτική ταυτότητα σήμερα;
Σήμερα διαπερνόμαστε διαρκώς από το βλέμμα των άλλων, είτε είναι κοινωνικό είτε μιντιακό είτε ψηφιακό. Αυτό αναπόφευκτα αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο χτίζουμε τον εαυτό μας. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να υπάρχει μια μη αναγώγιμη ζώνη, κάτι που ξεφεύγει από τη σκηνοθεσία του εαυτού. Η λογοτεχνία, και γενικότερα ο πολιτισμός, προστατεύουν και ενισχύουν ακριβώς αυτόν τον χώρο: ό,τι δεν φαίνεται, ό,τι αντιστέκεται στις εμφανίσεις. Σε έναν κόσμο όπου όλα μπορούν να παρακολουθηθούν και να ελεγχθούν, ό,τι ενισχύει την εσωτερική ζωή μου φαίνεται ως μια μορφή αντίστασης.
Στο Πανόραμα, η διαφάνεια παρουσιάζεται ως ιδανικό κοινωνικής αρμονίας. Σε ποιο σημείο μια ουτοπία αρχίζει να μετατρέπεται σε μηχανισμό ελέγχου;
Αυτό είναι ακριβώς το ερώτημα. Στο βιβλίο μου, οι γυάλινες κατοικίες εγγυώνται την ασφάλεια όλων. Ομως όταν η ασφάλεια χρησιμοποιείται ως δικαιολογία, τότε σταδιακά εξαφανίζεται η ιδιωτικότητα και αυτό οδηγεί σε έναν τρόπο ζωής όπου όλα γίνονται πιο ελεγχόμενα και ομοιόμορφα. Αυτή η μετατόπιση μου φαίνεται βαθιά σύγχρονη: συχνά αποδεχόμαστε έναν περιορισμό της ελευθερίας μας στο όνομα της άνεσης, της ασφάλειας ή της αλήθειας, αλλά πιστεύω ότι έτσι χάνουμε κάτι ουσιαστικό: την εμπιστοσύνη. Η εμπιστοσύνη προϋποθέτει να μη γνωρίζεις, είναι το θεμέλιο των κοινωνικών μας σχέσεων, και όμως απειλείται όλο και περισσότερο.

Η επιτήρηση στο μυθιστόρημα δεν επιβάλλεται μόνο από θεσμούς, αλλά και από τους ίδιους τους πολίτες. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο να διερευνήσετε: την εξουσία που ασκείται ή την εξουσία που γίνεται αποδεκτή;
Η επιβαλλόμενη εξουσία έχει πρόσωπο·περνά μέσα από έναν θεσμό, μια αναγνωρίσιμη αρχή. Η συναινετική εξουσία, αντίθετα, λειτουργεί μέσα από την ίδια την επιθυμία των ανθρώπων. Οταν μια κοινωνία εσωτερικεύει τους μηχανισμούς επιτήρησης, σχεδόν δεν χρειάζεται εξωτερική καταστολή. Ο καθένας γίνεται ταυτόχρονα παρατηρητής και παρατηρούμενος, φύλακας και φυλακισμένος. Εκεί το μυθιστόρημα αγγίζει μια πολιτική αλλά και ψυχολογική σκέψη: πώς φτάνει κανείς να πείθει τον εαυτό του ότι είναι ελεύθερος, ενώ ταυτόχρονα συμμετέχει ενεργά στον δικό του έλεγχο; Αυτό το ερώτημα μου φαίνεται πιο ανησυχητικό από εκείνο της ορατής καταπίεσης.
Πολλοί αναγνώστες συνδέουν το έργο σας με τη σύγχρονη κουλτούρα των social media και της συνεχούς έκθεσης. Σας απασχολεί αυτή η ανάγνωση ή θεωρείτε ότι περιορίζει τη λογοτεχνική διάσταση των βιβλίων σας;
Είναι φυσικό οι αναγνώστες να συνδέουν το «Πανόραμα» με την κουλτούρα των κοινωνικών δικτύων, καθώς η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την έκθεση του εαυτού και τη συνεχή κυκλοφορία εικόνων. Τα γυάλινα σπίτια που περιγράφω μοιάζουν με τα παράθυρα που ανοίγουν οι άνθρωποι στις ιδιωτικές τους ζωές μέσω Instagram ή Facebook. Ομως το μυθιστόρημα δεν επιδιώκει να σχολιάσει μόνο ένα τεχνολογικό φαινόμενο. Πρόκειται κυρίως για έναν στοχασμό πάνω στην ανθρώπινη κατάσταση: τη σχέση ανάμεσα στην εμφάνιση και την αλήθεια, στο ορατό και το κρυφό. Αυτά τα ζητήματα είναι παλαιότερα από την εμφάνιση των social media· υπήρχαν πάντα, ως βασικές ανθρώπινες συνθήκες.
Ως συγγραφέας με δημοσιογραφική εμπειρία, πώς διαχειρίζεστε τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην αφήγηση και την κατασκευή της «πραγματικότητας» μέσα στη λογοτεχνία;
Η δημοσιογραφία και η μυθοπλασία έχουν κοινή εμμονή με το πραγματικό, αλλά το προσεγγίζουν διαφορετικά. Η δημοσιογραφία προσπαθεί να τεκμηριώσει, να επαληθεύσει, να αποδώσει τον κόσμο όπως παρουσιάζεται. Η μυθοπλασία, αντίθετα, επιτρέπει να εξερευνηθεί αυτό που το πραγματικό περιέχει ως δυνατότητα: τα ρήγματα, οι παρεκκλίσεις, οι ακραίες συνέπειές του. Στη δική μου γραφή δεν πρόκειται για αναπαραγωγή της πραγματικότητας, αλλά για μια ελαφριά μετατόπισή της ώστε να αποκαλυφθεί καλύτερα. Η δυστοπία, ειδικά, είναι ένας τρόπος να υπερβάλουμε ορισμένα στοιχεία του παρόντος ώστε να γίνουν ορατές οι βαθύτερες εντάσεις του. Το «Πανόραμα» εκδόσεις Πόλις, δεν περιγράφει ένα μακρινό μέλλον λειτουργεί περισσότερο ως μεγεθυντικός καθρέφτης της εποχής μας.
ΟΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΝ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ
Στα πλαίσια της πρωτοβουλίας «Οι συγγραφείς του κόσμου ταξιδεύουν στο Μέγαρο», που διοργανώνει το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, η συγγραφέας Λίλιαν Ασαίν θα συνομιλήσει με τον δημοσιογράφο Παναγιώτη Μένεγο.
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στις 13 Μαΐου στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης. Θα υπάρχει διερμηνεία στα ελληνικά και στην ελληνική νοηματική γλώσσα. Είσοδος ελεύθερη με δελτία εισόδου.

