Η τοπική κοινωνία του Ηρακλείου παραμένει συγκλονισμένη, ενώ η σορός του νεαρού έφτασε στο σπίτι του στο Γάζι την προηγούμενη ημέρα μέσα σε κλίμα ανείπωτου πόνου. Η κηδεία του έγινε σήμερα, 7 Μάη υπό δρακόντεια μέτρα ασφαλείας, με ισχυρή αστυνομική δύναμη να παρευρίσκεται για την αποφυγή τυχόν επεισοδίων ή αντεκδίκησης.
Στην κάμερα της εκπομπής Αλήθειες με τη Ζήνα μίλησε η αδελφή του άτυχου Νικήτα και ανέφερε μεταξύ άλλων: «Ο αδερφός μου ήταν άπειρος οδηγός, είχε το δίπλωμα ενάμιση μήνα. Το αυτοκίνητο ήταν παλιό και δεν ήξερε να το χειριστεί όταν του έφυγε. Δεν έκανε κόντρες, ούτε έτρεχε. Σύμφωνα με τους εμπειρογνώμονες πήγαινε στο όριο ταχύτητας και δεν είχε πιει…»
Και πρόσθεσε: «Ο αδερφός μου από δύο χρονών είχε οχτώ ανευρύσματα στα στεφανιαία αγγεία, από τη νόσο Καβασάκι. Τον Δεκέμβριο έκανε διπλό μπαλονάκι με στεντ. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν έφευγε απ’ το σπίτι, ήταν με τα χάπια του καθημερινά, του τα έδινε η μητέρα μου στο στόμα γιατί από την άρνηση και τις ενοχές δεν ήθελε να παίρνει τα φάρμακά του…
Την πρώτη φορά που του επιτέθηκε ο 54χρονος τον περίμενε κρυμμένος και προσπάθησε να τον χτυπήσει πισώπλατα. Ο αδερφός μου πρόλαβε να αμυνθεί. Μετά έκανε κίνηση να βγάλει όπλο και πυροβόλησε, αλλά ευτυχώς αστόχησε…Πήγα εγώ η ίδια στο τμήμα και τους είπα ότι έχει όπλο. Η απάντηση που πήρα ήταν “εντάξει, δεν σας έχει σκοτώσει κιόλας”. Όταν του είπα ότι ο αδερφός μου θα πάρει την ποινή που του αναλογεί στο δικαστήριο, με ειρωνεύτηκε… Μας ειρωνευόντουσαν, μας έλεγαν ότι δεν ξέρουμε τι μας γίνεται. Είχαν τον αδερφό μου δύο ώρες για ανάκριση, λες και ήταν αυτός ο κατηγορούμενος. Εν τέλει πήγαν στο σπίτι του, αφού οριακά πιαστήκαμε στα χέρια με τους αστυνομικούς…»
Και συνέχισε λέγοντας: «Για πολύ κόσμο η σύζυγος του είναι η ηθική αυτουργός. Είχε περάσει απ’ τη δουλειά της μητέρας μου, πριν από την πρώτη επίθεση και της είπε “να με θυμάσαι”. Τη θυμόμαστε πλέον. Εκείνη είναι αυτή που φουντώνει τα πνεύματα και φούντωνε αυτόν. Δεν ήταν τυχαίο που ήταν μαζί του. Ένας άνθρωπος που πενθεί, δεν κυκλοφορεί με όπλο και περιμένει να συναντήσει αυτόν που θεωρεί ότι ευθύνεται για τον θάνατο του παιδιού του. Εμείς θέλαμε ο αδερφός μου να δικαστεί, να πάρει την ποινή που πρέπει, να τιμωρηθεί. Εμείς δεν θέλαμε να βγάλουμε τον αδερφό μου λάδι. Δεν πρόλαβε να δικαστεί, δεν ξέρω γιατί. Ο δράστης πήρε τον νόμο στα χέρια του. Έλεγε ότι τον προκαλεί. Ο αδερφός μου ήταν σπίτι-δουλειά, δουλειά-σπίτι. Έκανε δυο δουλειές, το πρωί ήταν στο μεροκάματο, το βράδυ στο μίνι μάρκετ. Δεν τους πλησίαζε, πήγε φαντάρος εθελοντικά για να φύγει από εδώ, έκανε χειρουργείο στους χιαστούς, έκανε διπλό μπαλονάκι. Δεν προκαλούσε, ήταν το πιο καλό παιδί που υπήρχε, δεν είχαν τίποτα κακό να πουν. Ουδέποτε τους πλησίασε…
Ήταν ο μικρός μας που ταλαιπωρείται από δύο χρονών και τον είχαμε κανακεμένο. Και δυστυχώς μας τον έφαγαν σαν το σκυλί. Ούτε σκυλί δεν πυροβολείς πισώπλατα και το κλωτσάς όταν είναι κάτω. Εμείς ξέραμε ότι κάτι έγινε, μέχρι να φτάσουμε μας προσπέρασε το περιπολικό, τον βρήκε και τον σκότωσε. Το είχε πει ότι η τρίτη φορά θα είναι και η τελευταία. Ο αδερφός μου είχε προαίσθημα. Ήταν έτοιμος να φύγει…»

