Συνήθως βέβαια όταν αναφερόμαστε στον πολιτισμό, βλέπουμε μόνο την καλλιτεχνική του διάσταση, αγνοώντας πως ταυτόχρονα αποτελεί μοχλό ανάπτυξης για το σύνολο της ελληνικής οικονομίας. Πρόσφατη μελέτη που παρουσιάστηκε στο υπουργείο Πολιτισμού και τον ΕΚΚΟΜΕΔ επιβεβαιώνει τον καθοριστικό ρόλο του προγράμματος κινήτρων, δηλαδή το λεγόμενο cash rebate, που επιστρέφει ποσοστό των επιλέξιμων δαπανών, υπό μορφή επιδότησης, σε παραγωγούς ταινιών και τηλεοπτικών/οπτικοακουστικών έργων που γυρίζονται στην Ελλάδα.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, την περίοδο 2018-2025, κάθε 1 ευρώ δημόσιας επένδυσης στο συγκεκριμένο πρόγραμμα δημιούργησε 4,2 ευρώ ακαθάριστη προστιθέμενη αξία. Δηλαδή, δώσαμε 1, πήραμε πίσω το τετραπλάσιο. Επίσης, δημιουργήθηκαν κατά μέσο όρο 2.900 ισοδύναμες θέσεις πλήρους απασχόλησης ετησίως, με το συνολικό όφελος για την ελληνική οικονομία να ανέρχεται στα 928,7 εκατομμύρια ευρώ. Παράλληλα, σημειώνουν οι μελετητές, το ελληνικό cash rebate λειτούργησε ως βασικός καταλύτης προσέλκυσης διεθνών παραγωγών.
Ολοι θυμόμαστε πριν μερικά χρόνια ότι η Ελλάδα είχε χάσει τη μεγάλη ευκαιρία να γυριστεί στη χώρα μας το δεύτερο μέρος της ταινίας «Mamma mia», επειδή στην Κροατία έδιναν περισσότερες φοροαπαλλαγές. Μαζί με την ευκαιρία χάσαμε άμεσα οικονομικά οφέλη και την ευκαιρία μιας παγκόσμιας τουριστικής προβολής της χώρας. Ευτυχώς τα τελευταία χρόνια η πολιτική έχει αλλάξει, με την κυβέρνηση να επενδύει στρατηγικά στον κινηματογράφο και τον οπτικοακουστικό τομέα. Εννοούμε ότι επενδύει πρακτικά, με την παροχή σταθερών φορολογικών κινήτρων και την απλοποίηση των διαδικασιών.
Και δεν είναι μόνο ο κινηματογράφος που «επιστρέφει» το μέρισμα της επιτυχίας του στην ελληνική οικονομία. Οπως υπενθυμίζει η υπ. Πολιτισμού, Λίνα Μενδώνη, ανάλογη μελέτη για τις επιπτώσεις των επενδύσεων στον τομέα της πολιτιστικής κληρονομιάς δείχνει ότι για κάθε δημόσια επένδυση ύψους 1 ευρώ, δημιουργείται προστιθέμενη αξία 3,44 ευρώ, δηλαδή «οι δημόσιες επενδύσεις στον πολιτισμό αποδίδουν υψηλότερα από άλλους τομείς, όπως ο τουρισμός».
Προφανώς πάντα θα υπάρχουν παράπονα για τις επιλογές ή τις μη επιλογές και πάντα θα υπάρχουν υψηλότερες απαιτήσεις για ακόμα μεγαλύτερη οικονομική στήριξη. Θεμιτό, αλλά ας θυμόμαστε κιόλας πο΄θ βρισκόμασταν πριν από μερικά χρόνια, πόσο δρόμο διανύσαμε και πόσα μπορούμε να πετύχουμε ακόμα, με τη μοναδική πραγματικά βαριά βιομηχανία που διαθέτουμε, τον πολιτισμό μας.