ΑΣ δούμε, όμως, ποια είναι η πραγματικότητα στη Βενεζουέλα. Εδώ και 26 ολόκληρα χρόνια η χώρα κυβερνάται από ένα απολυταρχικό καθεστώς, στο οποίο αρχικά ήταν πρόεδρος ο Ούγκο Τσάβες από το 1999 έως το 2013 και μετά τον θάνατό του ανέλαβε την εξουσία ο Νικολάς Μαδούρο.
ΟΛΑ αυτά τα χρόνια το καθεστώς φτωχοποίησε την κοινωνία, περίπου δέκα εκατομμύρια Βενεζουελάνοι μετανάστευσαν στο εξωτερικό και οι Τσάβες – Μαδούρο κυβέρνησαν απολυταρχικά, χωρίς πραγματική αντιπολίτευση, καθώς φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν ή εξορίστηκαν δεκάδες πολιτικοί αντιπάλων κομμάτων. Αρα, στην ουσία μιλάμε για μια στυγνή δικτατορία, όπου δεν υπάρχει ούτε φιλελεύθερο Σύνταγμα ούτε ελευθερία έκφρασης ούτε ελεύθερα μέσα ενημέρωσης.
ΤΟΝ Ιούλιο του 2024 διεξήχθησαν για τελευταία φορά εκλογές στη Βενεζουέλα. Το Εθνικό Εκλογικό Συμβούλιο ανακήρυξε νικητή τον Μαδούρο, αν και υπήρξαν καταγγελίες για εκτεταμένη νοθεία και η αντιπολίτευση υποστηρίζει πως σύμφωνα με τα πραγματικά αποτελέσματα νικητής ήταν ο Εντμούντο Γκονσάλες, με το σαρωτικό ποσοστό του 65%.
ΚΑΙ το πραγματικό ερώτημα είναι πώς φεύγει ένας δικτάτορας από την εξουσία; Πιθανότατα, υπάρχουν δύο εκδοχές. Αν καταφέρει ο λαός να ξεσηκωθεί, να ηττηθούν οι δυνάμεις ασφαλείας και να ανατραπεί το καθεστώς ή όταν πλέον παρακμάσει τόσο πολύ που μπορεί να αποχωρήσει μόνος του. Στην περίπτωση της Βενεζουέλας είδαμε μία τρίτη εκδοχή. Ο Ντόναλντ Τραμπ έστειλε την Delta Force και έβγαλαν «σηκωτό» τον Μαδούρο από τη Βενεζουέλα.
ΠΡΟΦΑΝΩΣ ούτε αυτή η πράξη είναι νόμιμη. Ναι, δεν σέβεται το Διεθνές Δίκαιο. Αλλά, από την άλλη, ας είμαστε ειλικρινείς, δύσκολα μπορεί κάποιος να δηλώσει τον αποτροπιασμό του επειδή μπήκε τέλος σε μία δικτατορία. Εκτός, βέβαια, από χώρες όπου υπάρχουν αντίστοιχα καθεστώτα που κυβερνούν αυταρχικά επί δεκαετίες, όπως η Ρωσία του Πούτιν, το Ιράν των μουλάδων και η Τουρκία του Ερντογάν, αλλά και από κάποιους που είχαν «γοητευθεί» από την αριστερή δικτατορία της Βενεζουέλας, όπως η ελληνική Αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας, που μάλιστα είχαν αναπτύξει «στενές σχέσεις» με το καθεστώς του Καράκας.
ΒΕΒΑΙΑ, υπάρχει ένα ακόμα ερώτημα. Στον πλανήτη μας υπάρχουν περίπου 70 πραγματικές δημοκρατίες, στις υπόλοιπες περίπου 100 χώρες υπάρχει κάποιου είδους απολυταρχικό καθεστώς. Μπορεί να εφαρμοστεί το «μοντέλο Τραμπ» σε όλες αυτές; Προφανώς και όχι. Και γιατί η Ουάσιγκτον «ενοχλείται» από όσα συμβαίνουν στο Καράκας και δεν ενοχλείται από όσα συμβαίνουν στη Μόσχα; Η απάντηση είναι απλή. Γιατί εκεί την παίρνει να επέμβει, γιατί θέλει να έχει τη χώρα στη δική της σφαίρα επιρροής, γιατί εκεί υπάρχουν πετρέλαια.
ΥΠΑΡΧΕΙ, όμως, κάτι άλλο. Μπορεί η μέθοδος του ξηλώματος του καθεστώτος Μαδούρο να μην ήταν νόμιμη, αλλά ούτε και ο Μαδούρο είχε εκλεγεί με νόμιμο τρόπο. Οσον αφορά το ηθικό του ζητήματος, σίγουρα είναι τόσο ηθικό το ξήλωμά του όσο ηθικός ήταν και ο αυταρχικός τρόπος που κυβερνούσε έως προχθές.
ΠΡΟΦΑΝΩΣ και δεν νοείται να υπάρχει μία «παγκόσμια Αστυνομία» που να επεμβαίνει αλά καρτ σε κράτη. Αλλωστε και στο παρελθόν οι αμερικανικές και άλλες επεμβάσεις, π.χ. στη Μέση Ανατολή, είτε απέτυχαν είτε οδήγησαν σε χειρότερες καταστάσεις. Ενώ τέτοιου είδους ενέργειες μπορεί να «ανοίξουν την όρεξη» για αντίστοιχες ενέργειες και σε χώρες όπως η Ρωσία, η Κίνα ή ακόμα και η Τουρκία.
ΤΟ κρίσιμο στοίχημα για την Ευρώπη είναι να καταφέρει να ισχυροποιηθεί πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά, ώστε να καταστεί υπολογίσιμος συνομιλητής απέναντι στις ΗΠΑ, στη Ρωσία και την Κίνα. Αν δεν συμβεί γρήγορα αυτό, τότε θα τρέχει πίσω από τις εξελίξεις και θα αντιδρά με αμηχανία όπως, τώρα, στο ζήτημα της Γροιλανδίας.