ΣΕ ΜΙΑ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ κρίσιμη διεθνή συγκυρία, με τον πόλεμο να εξελίσσεται πλέον στη γειτονιά μας και την παγκόσμια ανησυχία να επικρατεί, καθίσταται αντιληπτό σε όλους ότι η Ελλάδα διαδραματίζει σήμερα έναν αναβαθμισμένο γεωπολιτικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της λεκάνης της Ανατολικής Μεσογείου και αναγνωρίζεται η ισχυρή αποτρεπτική δύναμη των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.
Η ΠΑΡΑΔΟΧΗ αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι η πρωτοβουλία Μητσοτάκη – Δένδια, να σταθεί άμεσα η Ελλάδα στο πλευρό της Κυπριακής Δημοκρατίας, δικαιώθηκε πολύ γρήγορα και με τον πιο εμφατικό τρόπο, από μια σειρά ευρωπαϊκών κρατών, όπως η Γαλλία, η Ιταλία, ακόμα και η Ισπανία, παρά τις αρχικές αντιρρήσεις της, που ακολούθησαν τη χώρα μας, αποστέλλοντας ναυτικές αποτρεπτικές δυνάμεις στη Μεγαλόνησο και πράττοντας το αυτονόητο, ως είχαν υποχρέωση. Να επιδείξουν δηλαδή στην πράξη την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη προς ένα κράτος-μέλος της Ε.Ε. που βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της γεωπολιτικής αναταραχής στη Μέση Ανατολή.
ΜΕ ΑΥΤΑ τα δεδομένα, ο εκνευρισμός της Τουρκίας, που ακολούθησε την αρχική αμηχανία της, όχι τόσο για την αποστολή στην Κύπρο όσο, κυρίως, για την εγκατάσταση των πυραύλων στην Κάρπαθο, αποκαλύπτει την αδύναμη θέση στην οποία έχει περιέλθει σε σχέση με την Ελλάδα, η οποία είναι σαφές ότι σημειώνει μια σημαντική γεωστρατηγική επιτυχία.
ΟΣΟ για τις μονομερείς αιτιάσεις της Αγκυρας περί αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Αιγαίου, αυτές είναι, προφανώς, ανυπόστατες και έχουν απορριφθεί επανειλημμένως στο σύνολό τους. Η Ελλάδα έστειλε ξεκάθαρο μήνυμα ότι η αμυντική διάταξη της χώρας μας είναι αδιαπραγμάτευτη και κατέστησε σαφές ότι το καθεστώς των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου διέπεται από τη Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης του 1923, τη Σύμβαση του Μοντρέ του 1936 και τη Συνθήκη Ειρήνης των Παρισίων του 1947, στην οποία, μάλιστα, η Τουρκία δεν είναι καν συμβαλλόμενο μέρος.