Μόνο ο Ολυμπιακός εκείνης της εποχής όσο ήταν του προπονητή ήταν και του προέδρου του που μπορούσε να βάζει το χέρι στην τσέπη και να αγοράζει παίκτες σε τιμές που είναι αδιανόητες στην Ελλάδα του 2026. Επίσης, υπήρξε του προπονητή του και ο Ολυμπιακός του Ερνέστο Βαλβέρδε. Ο Ολυμπιακός, όμως, του Βαλβέρδε μπορούσε να κεντάει μέσα στο γήπεδο. Του Μεντιλίμπαρ δεν έχει τέτοιες δυνατότητες. Μπορεί, όμως, να κάνει τους αντιπάλους να βλαστημήσουν την ώρα και τη στιγμή που βρέθηκαν την ίδια ώρα με τον Ολυμπιακό στο γήπεδο. Γιατί για να κερδίσουν, θα φτύσουν αίμα.
Ο Μεντιλίμπαρ πρωτοβγήκε από την Ισπανία στα 61 του. «Δεν είχε εμπειρίες από πρωταθλητισμό», έλεγαν όσοι ήθελαν να τον υποβιβάσουν. Πράγματι, ο Μεντιλίμπαρ μπορεί να μην είχε κάνει πρωταθλητισμό, αλλά στις έξι δεκαετίες της ζωής του είχε μάθει κάτι. Οτι πριν κερδίσεις τους αντιπάλους σου πρέπει να κερδίσεις τους παίκτες σου. Για να τους δείξεις ότι τους εμπιστεύεσαι, το ρόστερ πρέπει να είναι μικρό ώστε να φανεί ότι δεν χρειάζεσαι άλλους.
Επίσης, ότι στην ομάδα σου δεν υπάρχουν παιδιά και αποπαίδια. Οτι δεν θα υπάρχουν 10 που θα τρέχουν και ένας που θα κοιτάζει. Μόνο τότε ο προπονητής μπορεί να απαιτεί τρέξιμο. Οχι το αβανταδόρικο με τις επελάσεις. Το σταχανοβίτικο του πρέσινγκ που, αν ο αντίπαλος δεν κάνει το λάθος, θα πάει χαμένο.
Η εξέδρα θέλει τον προπονητή να βάζει τα παλιόπαιδα να τρέχουν. Κάτι που από τους προϊστορικούς χρόνους καταλάβαινε ο Γιάτσεκ Γκμοχ, όταν έβαζε τις βεντέτες του Παναθηναϊκού να τρέχουν τρεις φορές την ημέρα στα Τρία-Πέντε Πηγάδια.
Η εξέδρα ξέρει να το εκτιμάει. Ο οπαδός μπορεί να θαυμάζει έναν Φορτούνη. Ο άνθρωπός της όμως είναι ο Πάντος. Αυτός που ζει από τον ιδρώτα του, όπως και οι ίδιοι. Ο ήρωας της εργατικής τάξης που τραγούδαγε ο Μπόουι.
«Βεβαίως μείνατε με 10 παίκτες», είχε χρυσώσει το χάπι ένας δημοσιογράφος μετά την ήττα του Ολυμπιακού από την Μπαρτσελόνα. «Υστερα από μία εβδομάδα κανένας δεν θα θυμάται ότι μείναμε με 10, αλλά θα θυμάται τα έξι γκολ που φάγαμε», είχε απαντήσει. Οταν ένας προπονητής είναι σκληρός με τον εαυτό του, μπορεί να είναι και με τους παίκτες του. Αυτή η σκληράδα βγαίνει από τους παίκτες στο χορτάρι. Από μία ομάδα που μπορεί να ζει στο σήμερα, αλλά η ψυχή της ανήκει σε άλλες εποχές.
TO ΑΛΑΛΟΥΜ ΚΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ
Οι εικόνες με πτώματα και εφιαλτικές περιγραφές δεν προσφέρουν τίποτα πέραν της ένοχης ανακούφισης ότι αυτό συνέβη σε άλλους, ενώ εμείς είμαστε ζωντανοί. Ενα βίντεο, όμως, όπως το βίντεο από το δυστύχημα στη Ρουμανία, αποτελεί πραγματική ενημέρωση. Μπορεί να έχει αξία αν κάποιος σκεφτεί να κάνει ένα επικίνδυνο προσπέρασμα και η εικόνα τού έρθει στο μυαλό. Η ανάλυση όμως του ατυχήματος είναι μια άλλη ιστορία.
Στην εποχή των κοινωνικών δικτύων ο χρόνος ανάμεσα στην είδηση και την ανάλυση έχει μειωθεί τόσο, ώστε η εντυπωσιακότερη εκδοχή να γίνεται αντικειμενική αλήθεια. Ο τραυματίας, μετά το δυστύχημα, λέει στον γιατρό ότι το δυστύχημα έγινε επειδή μπλόκαρε το τιμόνι λόγω του lane assist. Μέχρις εδώ, όλα σωστά.
Στη μαρτυρία όμως ενός ανθρώπου σε σοκ δεν συνυπολογίζονται οι συνθήκες. Ειδικοί αναλύουν τα συστήματα υποβοήθησης. Εξηγούν ότι κάποια έχουν προειδοποιητικό ήχο, σε άλλα αναβοσβήνει σήμα κινδύνου και άλλα ασκούν μια ελαφριά προειδοποιητική στρέψη στο τιμόνι που ο οδηγός μπορεί να μηδενίσει. Ενώ άλλοι γράφουν το προφανές, ότι όταν ο οδηγός βγάλει φλας, το σύστημα απενεργοποιείται. Μέχρι που βγαίνει ο δικηγόρος της εταιρίας ενοικίασης και λέει ότι το συγκεκριμένο μοντέλο δεν είχε σύστημα υποβοήθησης. Αν κάποιος είχε κοιτάξει τη μάρκα, το μοντέλο και το έτος κατασκευής, το αλαλούμ θα είχε αποφευχθεί. Και καμιά τεχνητή νοημοσύνη δεν θα αντικαταστήσει αυτόν τον κάποιον.
Οι δημοσκόποι είναι σαν τους εξομολογητές
Τις προάλλες έπινα τον πρωινό μου καφέ στη Βαλαωρίτου και μιλούσα με τρεις αρχαιοπασόκους. Είχαμε τελειώσει το θέμα της αποστασίας του ‘65 και μπαίναμε σε πιο σύγχρονες εποχές, όπως το ‘81 και τον Ανδρέα. Ξαφνικά, ο ένας μού είπε: «Το ξέρεις ότι ο Γ. θα πάει με την Καρυστιανού;». Ο Γ., που στο προτελευταίο επεισόδιο ήταν με τον Πέτρο Κόκκαλη, καθόταν δίπλα μου. Τον ρώτησα: «Πλάκα κάνουνε;». Απάντησε μονολεκτικά: «Οχι». Επιτέλους, είχα τον πρώτο οπαδό της Καρυστιανού. Χωρίς να με βοηθάει να φωτογραφίσω το 20% που δημοσκοπικά τη στηρίζει. Τι λοιπόν συμβαίνει;
Οι δημοσκόποι είναι σαν τους εξομολογητές. Αυτοί που τους μιλάνε ξέρουν ότι το μυστικό τους δεν θα πάει παρακάτω. Αυτοί που δημοσκοπικά τη στηρίζουν είναι πολλοί, αλλά αυτοί που θα το έλεγαν ανοιχτά πολλοί λιγότεροι και σε αυτό βοήθησαν οι δηλώσεις για τις αμβλώσεις που πρέπει να μπουν σε δημόσια διαβούλευση. Μπροστά στον κίνδυνο να ζητήσει να μπει σε δημόσια διαβούλευση και το διαζύγιο, αποφασίστηκε να πάει στην ασφάλεια των γραπτών δηλώσεων. Μόνο που η λύση θα είναι προσωρινή, αφού η πολιτική δεν γίνεται με σκονάκια.