Διηγήσεις από την αρχή με λεπτομέρειες για την οικογενειακή τους κατάσταση και την αναγκαιότητα που τις έκανε να προτιμούν τη νυχτερινή βάρδια ώστε να μπορούν την επόμενη μέρα να φροντίζουν τα παιδιά τους ή τα εγγόνια τους. Στοιχεία που, ιδωμένα από κοινωνιολογική άποψη, συντηρούν το μοντέλο της συμμετοχής της γυναίκας -και δη της νέας γυναίκας- στην εργασία και μόνο ως συνεισφορά στις οικογενειακές ανάγκες.
Υπήρξαν μάλιστα και οι συνήθεις, λαϊκιστικές και κομματικές κραυγές για την απανθρωπιά της νυχτερινής εργασίας, της εκμετάλλευσης των εργαζομένων σε αυτές, κραυγές που δεν προλαβαίνουν να τύχουν προηγούμενης επεξεργασίας πως το ζητούμενο δεν είναι το ωράριο αλλά η αιτία. Και πως αυτή η τραγωδία ή η όποια τραγωδία δεν κρατάει χρονόμετρο και μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε στιγμή, βάρδια, φύλο, ηλικία, ενώ η αιτία -το πρόβλημα που τη δημιούργησε- παραμένει ίδια. Με κορωνίδα τη συνήθη, διαχρονική, «εξήγηση» από την πλευρά του ΚΚΕ κατά των «εργοδοτικών πρακτικών», της εργοδοτικής τρομοκρατίας»,την «εντατικοποίηση» κ.λπ. που δημιουργούν προδιαγεγραμμένα εγκλήματα στους χώρους εργασίας.
Η επανάληψη των τετριμμένων και μάλιστα από ένα κόμμα που η «μήτρα» του προκάλεσε το φρικτότερο πυρηνικό δυστύχημα -σε ημερήσια βάρδια, στο Τσέρνομπιλ, και καταγράφηκε ιστορικά ως η μεγαλύτερη προσπάθεια συγκάλυψης -δεν προσέφερε σε τίποτε γιατί η πραγματικότητα και η στόχευση σε αυτήν χάνεται μέσα στα τσιτάτα. Πως ναι στην Ελλάδα έχουμε πολλά εργατικά ατυχήματα-δυστυχήματα. Πως οι έλεγχοι της Επιθεώρησης Εργασίας είναι ανεπαρκείς λόγω έλλειψης προσωπικού, όπως τονίζουν εργατολόγοι. Πως οι αλληλένδετες, διαφορετικές υπηρεσίες ελέγχου ανά ειδικότητα, Πυροσβεστική, Περιφέρεια, Πολεοδομία κ.λπ. δημιουργούν, τελικά, κενά και φόρο αίματος.
Αυτό στο οποίο στέκομαι εγώ με σκεπτικισμό -και λύπη- είναι το γεγονός πως από την πρώτη στιγμή που βγήκαν οι εικόνες της καταστροφής και ακούστηκαν οι πρώτες περιγραφές από τοπικούς της αυτοδιοίκησης αλλά και γνώστες της ιστορίας της επιχείρησης «Βιολάντα Α.Ε.» ήταν η περιγραφή μιας απόλυτα υπερσύγχρονης βιομηχανίας στην οποία η οικονομική εκτίναξη -και λόγω εξαγωγών- έδωσε την ευκαιρία στην οικογένεια που ξεκίνησε από τον φούρνο του παππού στο χωριό να απλωθεί σε χιλιάδες τετραγωνικά μέτρα και να θεωρείται το στολίδι της Θεσσαλίας με θέσεις εργασίας για τον ντόπιο πληθυσμό.
Και όπως περιέγραψε στην ανάρτησή του ο κατεξοχήν ειδικός, ο διπλωματούχος μηχανικός ΑΠΘ -τεχνικός ασφαλείας Μιχάλης Χριστοδουλίδης, ο εκσυγχρονισμός της εκμηδένισε τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και με τη νέα τεχνολογία δημιούργησε ένα από τα πιο πράσινα εργοστάσια στη Θεσσαλία προς γενικότερο όφελος. Δημόσιες δηλώσεις -αυταπόδεικτες- που για εμάς τους μη ειδικούς, αλλά σώφρονες, εγείρουν περισσότερα ερωτηματικά για τα αίτια του τραγικού συμβάντος. Μεγαλωμένοι με τις πρακτικές «όχι άλλο κάρβουνο» στα σαπιοκάραβα που έστελναν τα πληρώματα στο βυθό χάριν του κέρδους, στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουμε το πρότυπο του «μαχαλά» εργοστασίου με τις λαμαρίνες να κρέμονται σαν χρήσιμο σκηνικό με ασφαλιστική σωτήρια κάλυψη.
Τόσο εμφανής η διαφορά από εκείνη την εποχή για να αντέχουμε καταγγελίες «αυτοπτών» και λογής εργατικών συνδικάτων -με δεδομένη την τεράστια έκρηξη- πως δεν υπήρχαν… έξοδοι κινδύνου. Τι μας προβληματίζει πιο πολύ; Η υπερσύγχρονη τεχνολογία -που δεν την κατέχουμε – που ανοίγει ένα «νέο παραθυράκι θανάτου », όπως έγραψε ο κ. Χριστοδουλίδης. Αστοχία ενός εξαρτήματος, όπου μια αργή και μικρή διαρροή εκρηκτικού αερίου να μην μπορεί να ενεργοποιήσει τον παρακείμενο ανιχνευτή αμέσως και ούτε να δώσει ακολούθως ηχητικό και οπτικό σήμα, όταν εκείνη τη στιγμή μία σπίθα ή ακόμη και ο στατικός ηλεκτρισμός φτάνουν να προκαλέσουν μια τόσο δυνατή και φονική έκρηξη.
Η ενδελεχής διερεύνηση από ειδικούς -και όχι αυτόκλητους «εμπειρογνώμονες» τύπου Τέμπη- των αιτίων της έκρηξης είναι το απόλυτο ζητούμενο. Εν αναμονή λοιπόν και «όχι άλλο κάρβουνο» για το νυχτερινό ωράριο, ειδικά από πελάτες που παραγγέλνουν πίτσες και σουβλάκια στις δύο τα ξημερώματα.