Το εμβληματικό κτίριο της οδού 26ης Οκτωβρίου, το οποίο εγκαινιάστηκε το 1969 σε σχέδια των αρχιτεκτόνων Ι. Λιάπη και Σ. Σκάρου, αποτελεί για δεκαετίες το κέντρο της απονομής δικαιοσύνης στη Βόρεια Ελλάδα. Ωστόσο, η φθορά του χρόνου και οι αυξημένες λειτουργικές ανάγκες καθιστούν επιβεβλημένη τη ριζική παρέμβαση.
Η απόφαση του υπουργείου Δικαιοσύνης να διαχωρίσει τη Θεσσαλονίκη από το κοινό project που περιλαμβάνει την ανέγερση νέων μεγάρων σε Εδεσσα, Σέρρες και Κιλκίς, ελήφθη στα τέλη του 2025. Ως βασική αιτία προβλήθηκε ο ιδιαίτερα απαιτητικός τεχνικός χαρακτήρας του έργου, καθώς και οι πολυπλοκότητες που προκύπτουν από την ανάγκη εσωτερικής μετεγκατάστασης των δικαστικών λειτουργιών.
Ο Γιώργος Φλωρίδης δεσμεύτηκε ότι η εκτεταμένη ενεργειακή και κτιριακή αναβάθμιση του υφιστάμενου μεγάρου θα προχωρήσει πλέον ως αυτόνομο δημόσιο έργο, με χρηματοδότηση από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και το Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑΧΔΙΚ). Στόχος είναι, μετά τη σχεδιαζόμενη μεταφορά του Εφετείου και της Εισαγγελίας Εφετών σε νέο χώρο περί τα τέλη του 2026, το ιστορικό κτίριο να εκσυγχρονιστεί πλήρως για να στεγάσει το Πρωτοδικείο.
Ωστόσο, αυτή η αλλαγή πλεύσης δημιούργησε ένα «παράθυρο» ευκαιρίας για τους φορείς της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις για το αν η απλή ανακατασκευή ενός οικοδομήματος που μετρά ήδη περισσότερο από μισό αιώνα ζωής μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του μέλλοντος.
Στους κόλπους του νομικού και τεχνικού κόσμου αναπτύσσεται μια δυναμική πρόταση που υποστηρίζει ότι, αντί για μια δαπανηρή συντήρηση ενός παρωχημένου κτιρίου, η Πολιτεία οφείλει να εξετάσει την ανέγερση ενός νέου, υπερσύγχρονου, Δικαστικού Μεγάρου σε άλλη τοποθεσία. Οι υποστηρικτές αυτής της λύσης τονίζουν ότι ένα νέο κτίριο θα μπορούσε να επιλύσει οριστικά τα χρόνια προβλήματα χώρου, προσβασιμότητας και ασφάλειας, συμβάλλοντας παράλληλα στην ευρύτερη πολεοδομική αποσυμφόρηση του κέντρου.
Το ερώτημα που πλέον κυριαρχεί είναι αν η πόλη θα αρκεστεί σε μια «εκτεταμένη αναβάθμιση» των υπαρχουσών υποδομών ή αν η απένταξη από το ΣΔΙΤ θα αποτελέσει το έναυσμα για τη διεκδίκηση ενός νέου κτιριακού τοποσήμου που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της ψηφιακής εποχής και του σύγχρονου κράτους δικαίου.