Καθ’ όλη τη διάρκεια του περιστατικού εργάστηκαν με υποδειγματικό τρόπο, αποδεικνύοντας την υψηλή επάρκεια, τον επαγγελματισμό και την ευσυνειδησία τους, οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας. Ομως, αυτό δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να ξανασυμβεί ένα τέτοιο περιστατικό. Για την ακρίβεια, δεν πρέπει να ξανασυμβεί ούτε το ένα εκατοστό αυτού που συνέβη, αλλιώς ούτε ψύλλος στον κόρφο μας.
Το πόρισμα της επιτροπής εμπειρογνωμόνων, το οποίο οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι εκδόθηκε ταχύτατα, ξεκαθαρίζει τις αιτίες αλλά δεν μειώνει τις ανησυχίες. Οπως αναφέρεται, το υφιστάμενο σύστημα επικοινωνιών φωνής της ΥΠΑ, καθώς και κρίσιμες τηλεπικοινωνιακές υποδομές που χρησιμοποιούνται για την υποστήριξή της, βασίζονται σε παρωχημένη τεχνολογία, που είναι εκτός υποστήριξης από τον κατασκευαστή και χωρίς δυνατότητα παροχής ουσιαστικών εγγυήσεων λειτουργίας! Τι άλλο περιμένουμε λοιπόν για να τρέξουν άμεσα οι αναβαθμίσεις και οι προμήθειες των απαραίτητων υπερσύγχρονων συστημάτων;
Δεν είμαστε ειδικοί για να καταλάβουμε ούτε τους τεχνικούς όρους ούτε την πολυπλοκότητα του θέματος ούτε τις δυσκολίες που σίγουρα έχουν τέτοιας φύσεως διαγωνισμοί. Δεν είναι δική μας δουλειά αν οι συμβάσεις καθυστερούν από προσφυγές ούτε αν οι νόμοι προβλέπουν διαδικασίες που θα τραβήξουν την εγκατάσταση νέων συστημάτων μέχρι το 2028 ή και το 2030. Αυτό είναι δουλειά των αρμόδιων υπουργείων και της ΥΠΑ. Της Πολιτείας δηλαδή.
Η κυβέρνηση οφείλει να βρει εδώ και τώρα τρόπους ώστε να ξεπεράσει γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, τεχνικές δυσκολίες και προθεσμίες. Να εφαρμόσει αν χρειαστεί διαδικασίες κατεπείγοντος, όπως στην περίπτωση της πανδημίας. Χωρίς να φοβηθεί το πολιτικό κόστος και πάντα σε συνεργασία με τους ειδικούς, αλλά και με τους εργαζόμενους, οι οποίοι διαχειρίζονται καθημερινά αυτά τα συστήματα και γνωρίζουν τα κενά που υπάρχουν. Να υπενθυμίσουμε, δε, ότι οι ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας είχαν εγκαίρως επισημάνει τα προβλήματα.
Σίγουρα πρόκειται για ένα τεράστιο εγχείρημα και καλό θα ήταν σε όλη αυτή την ιστορία να υπάρξει η αναγκαία πολιτική συναίνεση. Θα χρειαστούν γενναίες και δύσκολες αποφάσεις και το λιγότερο που χρειάζεται η χώρα είναι αντιπολιτευτικές υστερίες και κινδυνολογίες. Βέβαια από τα άκρα του πολιτικού συστήματος δεν περιμένουμε τίποτα. Οι υπόλοιποι, όσοι δηλαδή κατατάσσουν τους εαυτούς τους στις δυνάμεις του ορθολογισμού, θα πρέπει να αποφασίσουν αν θα επιδείξουν στάση ευθύνης ή αν θα ρίξουν και άλλο νερό στον κουβά του αντισυστημισμού. Το έχουν ξανακάνει, άλλωστε, με μεγάλη αποτυχία. Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση και μπορεί και πρέπει να εφαρμόσει τη φράση Ντράγκι: What ever it takes. Ο,τι χρειαστεί.