Μετά την εντυπωσιακή παρέμβαση πέρυσι του Τζέι Ντι Βανς, που είχε προκαλέσει συζητήσεις για τη στρατηγική γραμμή των Ηνωμένων Πολιτειών, οι ευρωπαίοι ηγέτες έθεσαν στην πρώτη γραμμή την αυτονομία δράσης και την ανάγκη νέων δικτυώσεων.
Την έναρξη των εργασιών άνοιξε ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος στην ομιλία του χαρακτήρισε τη Σύνοδο «σεισμογράφο για τις παγκόσμιες εξελίξεις».
Στην ομιλία του ο κ. Μερτς χαρακτήρισε την εποχή «περίοδο μεγάλων αλλαγών» και ανέδειξε ως κύριες απειλές τα αναθεωρητικά σχέδια της Μόσχας και τον αυξανόμενο στρατιωτικό ρόλο της Κίνας. «Η πολιτική των μεγάλων δυνάμεων είναι σκληρή και απρόβλεπτη», είπε, και έθεσε ως πρώτο καθήκον «να αναγνωρίσουμε αυτά τα δεδομένα, χωρίς μοιρολατρία. Πρέπει να πιστέψουμε στις δυνάμεις και να απαντήσουμε σε αυτές τις προκλήσεις καθορίζοντας τους στόχους μας και τις δυνατότητές μας. Υπεράνω όλων η ελευθερία που την εγγυάται η ασφάλεια». Πρότεινε να «γυρίσουμε το διακόπτη μέσα στο μυαλό μας», υπογραμμίζοντας ότι ούτε η υπερβολική ισχύς ούτε η μειωμένη ισχύς εξασφαλίζουν την ελευθερία, και τόνισε την ανάγκη να καθοριστεί ευρωπαϊκή ατζέντα με ηγεσία από κοινού με εταίρους, «και όχι φαντασιώσεις ηγεμονίας».
Ως άξονες της νέας προσέγγισης ο Μερτς όρισε τη στρατιωτική ενίσχυση της Γερμανίας με στόχο τη μείωση της εξάρτησης, την ενίσχυση της ιδέας της Ευρώπης με εστίαση στα βασικά, την αντιμετώπιση της γραφειοκρατίας και της υπερβολικής ρύθμισης, καθώς και μια νέα διατλαντική σχέση που θα επουλώσει ρήγματα με τις ΗΠΑ. Στις χώρες που ανέφερε ονομαστικά περιέλαβε τον Καναδά, την Ινδία, την Τουρκία, τη Νότια Αφρική και τη Βραζιλία και πρότεινε τη συνεργασία με κράτη του Κόλπου και άλλες περιφερειακές δυνάμεις.
«Οι Δημοκρατίες χρειάζονται εταίρους και συμμάχους. Κανείς δεν μας επέβαλε την εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Ήταν μια δική μας απόφαση που την αφήνουμε πλέον πίσω μας», δήλωσε, εξηγώντας ότι ζητείται «ένα νέο δίκτυο εταίρων» όπου οι σχέσεις θα περιλαμβάνουν κοινά συμφέροντα χωρίς πλήρη ταύτιση.

