ΚΑΠΟΙΟΙ εξ αυτών, βέβαια, όταν ήταν πρωθυπουργοί -και ενώ η Τουρκία είχε την ίδια ρητορική περί «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο και άλλων παράνομων και παράλογων διεκδικήσεων- συναντούσαν τον Ερντογάν, μιλούσαν μαζί του, είχαν ανοικτούς δίαυλους επικοινωνίας ή έκαναν ακόμα και κουμπαριές.
ΤΩΡΑ έχουν κάνει στροφή 180 μοιρών, ενώ ο Ερντογάν λέει ακόμα τα ίδια πράγματα. Ολοι αυτοί μαζί εργαλειοποιούν τα εθνικά θέματα και χαϊδεύουν ένα συγκεκριμένο ακροατήριο πολιτών. Ο λόγος προφανώς και είναι αντιπολιτευτικός, επιχειρούν να πλήξουν με κάθε τρόπο την κυβέρνηση.
ΠΕΡΑ, όμως, από τη διαφωνία τους, δεν λένε ποια είναι η δική τους πρόταση και, βέβαια, πώς θα μπορούσε να υλοποιηθεί και πού θα οδηγούσε. Π.χ. τώρα μιλούν για τα 12 μίλια, αλλά γιατί δεν τα επέκτειναν εκείνοι όταν κυβερνούσαν τη χώρα;
ΑΣ αφήσουμε την αντιπολιτευτική γκρίνια και ας δούμε τι έχει γίνει τα τελευταία επτά χρόνια. Ηταν Μάρτιος του 2020 όταν ο Ερντογάν επιχείρησε να πραγματοποιήσει υβριδική εισβολή στον Εβρο με χιλιάδες μετανάστες. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνηση της Ν.Δ. απέτρεψαν αυτή την επίθεση, έκλεισαν τα σύνορα, διεθνοποίησαν το θέμα. Στη συνέχεια προχώρησαν στην επέκταση του φράχτη και πλέον οι μεταναστευτικές ροές στον Εβρο έχουν ελαχιστοποιηθεί.
ΣΤΗ συνέχεια ο Ερντογάν επιχείρησε να δημιουργήσει συνθήκες θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Το θερμόμετρο της έντασης ανέβηκε κατακόρυφα. Φτάσαμε στο χειρότερο σημείο των σχέσεων Ελλάδας – Τουρκίας ύστερα από την κρίση των Ιμίων.
ΤΟΝ Μάιο του 2022, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στην ιστορική του ομιλία στο Κογκρέσο των ΗΠΑ, αναφέρθηκε ανοικτά στην τουρκική προκλητικότητα. Ο Ερντογάν απάντησε με το περιβόητο «Μητσοτάκης γιοκ, δεν πρόκειται να ξανασυναντηθώ μαζί του». Προφανώς, ο Τούρκος πρόεδρος δεν περίμενε πως η Ελλάδα θα αντιδρούσε σε όλες αυτές τις «επιθέσεις». Και μετά, σιγά σιγά, η Αγκυρα άρχισε να αλλάζει τακτική. «Μάζεψαν» δηλώσεις τύπου «θα έρθουμε μια νύχτα» και επιχείρησαν να αποκαταστήσουν διαύλους επικοινωνίας.
ΕΤΣΙ αποκλιμακώθηκε η ένταση. Ο Μητσοτάκης με τον Ερντογάν συναντιούνται. Υπάρχει διάλογος με θετική ατζέντα σε θέματα οικονομικής και χαμηλής πολιτικής. Υπάρχει ένα πεδίο συνεννόησης στο Μεταναστευτικό.
ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ, η κυβέρνηση προχώρησε στην ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων. Με τα Ραφάλ, την αναβάθμιση των F-16, την παραγγελία των F-35, τις Μπελαρά, την αντιπυραυλική Ασπίδα του Αχιλλέα, την κατασκευή drones και ένα ολοκληρωμένο δωδεκαετές σχέδιο εξοπλισμών. Η αμυντική και αποτρεπτική ισχύς της Ελλάδας του 2019 και αυτή του 2026 απέχουν… έτη φωτός.
ΠΡΟΦΑΝΩΣ και η Τουρκία επιμένει στις παράνομες και παράλογες διεκδικήσεις, όπως πάντοτε στο παρελθόν. Τουλάχιστον, όμως, δεν υπάρχει τίποτα κρυφό. Μπορούμε να συμφωνούμε ότι διαφωνούμε. Να λέμε φωναχτά τις θέσεις μας, οι οποίες προκύπτουν από τις ξεκάθαρες εθνικές γραμμές που έχουν χαραχτεί εδώ και δεκαετίες. Και κάπως έτσι φτάσαμε να ζητάει ο πρωθυπουργός, μέσα στην Αγκυρα, την άρση του «casus belli». Ούτε φοβόμαστε ούτε υποχωρούμε. Από την άλλη, όμως, υπάρχουν ανοικτοί δίαυλοι επικοινωνίας και «ήρεμα νερά», που διασφαλίζουν σταθερότητα και δεν δημιουργούν αναταράξεις στην οικονομία και τον τουρισμό, που αποτελεί τη βαριά μας βιομηχανία. Αυτή είναι η διαφορά του υπεύθυνου πατριωτισμού από τους ψευτοπαλικαρισμούς των αντιπολιτευόμενων.