Η ίδια είχε καταγγείλει συνεχή περιστατικά ακραίου bullying, με αρχικό αποτέλεσμα τη δική της παραπομπή σε υγειονομική επιτροπή, για πνευματική ανικανότητα. Η καθυστερημένη ΕΔΕ καθόλου δεν έπεισε τους πολίτες που έχουν βαρεθεί τις μακρόσυρτες γραφειοκρατικές ενέργειες εκ των υστέρων.
Και ενώ από την πλευρά του υπουργείου δημιουργούνται κενά, σχεδόν ακαριαία, σε ρυθμό αιμορραγίας ήταν η αντίδραση του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων του σχολείου, με ανακοίνωσή τους, με την οποία διαψεύδουν ότι τα παιδιά «τους» -συνολικά- ασκούσαν bullying στην καθηγήτρια απειλώντας μάλιστα πως «θα κινηθούν νομικά κατά όσων διαδίδουν τέτοιες πληροφορίες οι οποίες προσβάλλουν τους μαθητές»! Λες και ο σύλλογος, συλλογικά, πάσχει από το γνωστό σύνδρομο της κουκουβάγιας, η οποία, αν και σοφή, παινεύεται για την ξεχωριστή ομορφιά των μικρών της.
Οι εποχές έχουν προχωρήσει τρέχοντας και αποδεικνύεται από τον ορυμαγδό σχετικών ειδήσεων τα τελευταία χρόνια για βίαιες, ακόμη και κακουργηματικές, συμπεριφορές μαθητών εις βάρος συμμαθητών τους, ανήλικων, κοριτσιών και αγοριών. Και αυτή η συχνότητα έχει οδηγήσει την κοινή γνώμη από το επίπεδο της έκπληξης σε αυτό της συνήθειας που παύει να ξαφνιάζει. Αυτή τη φορά κάπως ξεχώρισε, όχι μόνο για το βίαιο τέλος, αλλά και επειδή το θύμα ήταν εκπαιδευτικός.
Εκπρόσωπος μίας μεγάλης ομάδας που μπορεί να έχει, ταυτόχρονα, δύο όψεις. Του θύτη που κατηγορείται για ανικανότητα, αδιαφορία, χαμηλή απόδοση. Αλλά και του θύματος. Του εκπαιδευτικού που ασκώντας το λειτούργημά του υποφέρει. Κακοποιείται. Τραμπουκίζεται. Απειλείται. Από μαθητές που το σχολείο τούς μοιάζει άχρηστο και η μάθηση, η προσπάθεια, είναι εκτός προγράμματος του Instagram. Μαθητές χωρίς όρια.
Που μεταφέρουν τη βία που βιώνουν μέσα στο σπίτι τους, διεκδικώντας αναγνώριση, διάκριση που δεν την έχουν από τους αδιάφορους γονείς. Στα σημερινά δεδομένα της άκρατης και ανεξέλεγκτης επιρροής του Διαδικτύου, των κακών συνθηκών εντός της οικογένειας, της έλλειψης μεθόδων ανατροφής και επιβολής ορίων, της πλήρους ατιμωρησίας, η απόλυτη άρνηση έστω και μίας περίπτωσης βίαιης συμπεριφοράς έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πραγματικότητα.
Από μία συζήτηση που είχα με την ψυχίατρο -ομότιμη καθηγήτρια ΕΚΠΑ- Μαρίνα Οικονόμου-Λαλιώτη κράτησα τα εξής: «Οταν ένα παιδί μεγαλώνει μέσα σε μία οικογένεια που οι γονείς ζητούν την ευθύνη από τον εκπαιδευτικό δεν βοηθιέται ο εκπαιδευτικός, δεν μπαίνουν όρια στο σχολείο. Φυσικά έχει ευθύνη η οικογένεια, αλλά δεν πρέπει να κάνουμε συνεχή εστίαση μόνο σε αυτή γιατί τα παιδιά ζουν μέσα και σε άλλους κοινωνικούς θεσμούς όπως το σχολείο. Αν κάτι έφερε στην επιφάνεια το δυσάρεστο συμβάν είναι το θέμα των εκπαιδευτικών.
Τους αφήνουμε συχνά απέξω αγνοώντας ή μη λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις συνθήκες μέσα στις οποίες ζουν και εργάζονται. Πολύ συχνά μπορεί να νιώθουν μόνοι σαν κρίκος εκτεθειμένος μέσα σ’ αυτή την αλυσίδα των ανθρώπων. Και αναμένουμε από τους εκπαιδευτικούς να βάλουν όρια, να διαχειριστούν τις συγκρούσεις μέσα στην τάξη, να στηρίξουν ψυχολογικά τους μαθητές όταν ο ψυχολόγος που επισκέπτεται το σχολείο δεν είναι εκείνη τη στιγμή εκεί.
Ταυτόχρονα δεν πρέπει να κατηγορηθούν για αυστηρότητα. Αλλο αυστηρότητα, άλλο όρια, άλλο πλαίσιο. Και ταυτόχρονα καλούνται να χειριστούν όλα αυτά χωρίς πλαίσιο. Ετσι δημιουργούνται οι συνέπειες όταν δεν υπάρχουν τα όρια. Οπως δεν μπορεί να μην υπάρχουν όρια και πλαίσιο στην οικογένεια έτσι δεν μπορεί να μην υπάρχουν και στο σχολείο. Και τα όρια και το πλαίσιο δεν σημαίνουν απαραίτητα τιμωρία. Σημαίνουν ασφάλεια. Και η ασφάλεια είναι αυτή που δίνει και την ελευθερία».