
Στην «Κρυμμένη πατρίδα» ο συγγραφέας αναζητά εκείνα τα αόρατα νήματα που ενώνουν το παρελθόν με το παρόν και διαμορφώνουν τον τρόπο που σκεφτόμαστε, μιλάμε και ζούμε. Μέσα από προσωπικούς στοχασμούς αλλά και μια βαθύτερη ματιά στον πολιτισμό μας, θέτει ερωτήματα για το τι σημαίνει σήμερα να ανήκεις κάπου. Ένα βιβλίο που δεν μιλά μόνο για την Ελλάδα, αλλά για την ανάγκη του ανθρώπου να βρει νόημα, μνήμη και κοινότητα.
1 Τι είναι τελικά η «κρυμμένη πατρίδα» για εσάς; Είναι ένας τόπος, μια μνήμη ή ένας τρόπος να βλέπουμε τον κόσμο;
«Κρυμμένη πατρίδα» είναι, για μένα, ό,τι φωλιάζει στο φως αυτού του τόπου· η παιδική μου μνήμη και οι μνήμες των προγόνων που κυκλοφορούν, δίχως να το ξέρω, μέσα μου· η γλώσσα με την οποία νιώθω τον κόσμο. Αυτός ο θησαυρός δεν ανήκει ούτε σ’ εμένα ούτε σε κανέναν άλλον. Είναι κοινό κτήμα, κι ωστόσο αποτελεί συστατικό στοιχείο του εαυτού μου. Και τούτο το μυστήριο δεν εξηγείται· νιώθεται.
2 Στο βιβλίο σας η γλώσσα μοιάζει σχεδόν με ζωντανό οργανισμό. Πιστεύετε ότι σήμερα χάνουμε τη βαθύτερη σχέση μας με τις λέξεις;
Μα η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός. Μπορείτε να φαντασθείτε μια γλώσσα να μιλιέται εδώ και 3 ή 4 χιλιάδες χρόνια, χωρίς να εξελίσσεται αδιάκοπα; Αλλάζει για να ζήσει, όπως καθετί ζωντανό. Με ρωτάτε αν χάνουμε τη βαθύτερη σχέση μας με τις λέξεις. Νομίζω ότι εκείνο που προπάντων χάνουμε στη μηχανοποιημένη εποχή μας είναι η σχέση μας με τον άλλον άνθρωπο και την ανθρωπιά, που καθρεφτίζεται αναπόφευκτα στη γλώσσα. Κι όμως αρκεί κάποτε μια ζεστή κουβέντα, μια ευχή, ένα χαμόγελο για ν’ αφυπνίσει αυτή την ανθρωπιά μεταμορφώνοντάς της σε ποίημα, σε τραγούδι, σε μουσική. Υπάρχει μαγιά.

3 Αναφέρεστε συχνά στη συνάντηση του αρχαίου ελληνικού κόσμου με τον χριστιανισμό. Θεωρείτε ότι αυτή η συνύπαρξη είναι από τα πιο ιδιαίτερα στοιχεία της ελληνικής ταυτότητας;
Τη συνάντηση την έχει πραγματοποιήσει η ίδια η γλώσσα μας. Σκεφθείτε πόσες αρχαίες λέξεις μένουν ζωντανές στον χριστιανικό μας κόσμο: θεός, άγιος, ιερός, όσιος, θείος, μνημόσυνο, επιτάφιος, ανάστασις… Κι όμως, οι δύο κόσμοι πολεμήθηκαν φανατικά. Αδιάφορο, μέσα στους αιώνες, η χριστιανική λατρεία, όπως βιώθηκε κι ενσαρκώθηκε από τον απλό λαό, αφομοίωσε πλήθος στοιχεία της αρχαίας – εδώ η λαογραφία μας μαθαίνει πολλά. Προσωπικά, εκείνο που μ’ εντυπωσιάζει στον ελληνορθόδοξο κόσμο είναι η εκπληκτική του οικειότητα με τη θεότητα και με το θείο. Κάτι που ξενίζει πάντα τον δυτικό χριστιανό.
4 Σε μια εποχή που κυριαρχεί η ταχύτητα και η υλική πρόοδος, υπάρχει χώρος για τις αξίες που περιγράφετε στο βιβλίο;
Σίγουρα, αξίες όπως η αλληλεγγύη, η φιλία, η αγάπη αποδυναμώνονται σ’ έναν κόσμο όπου δεσπόζουν ο εγωισμός, το συμφέρον και το χρήμα. Μα ακριβώς γι’ αυτό, έχουμε ανάγκη να αναβαπτισθούμε στην αγάπη για τον άλλον και για τον κόσμο. Κι αυτό ξεκινάει πάλι από τη γλώσσα. Ένα παράδειγμα: όταν διαβάζω στην εφημερίδα τις λέξεις «τουριστικό προϊόν» και καταλαβαίνω πως ονομάζουν την… ελληνική φύση, απελπίζομαι. Μα δεν νιώθουμε πως έτσι υπονομεύουμε την αγάπη μας για τον τόπο που μας έχεις χαριστεί;
5 Αν έπρεπε να εξηγήσετε σε έναν νέο άνθρωπο σήμερα τι αξίζει να κρατήσει από την ελληνική παράδοση, τι θα του λέγατε;
Θα του έλεγα να κοιτάξει βαθιά μέσα στον εαυτό του, ξεχνώντας κάθε εθνικιστική κορώνα. Ν’ αναρωτηθεί τι σημαίνει γι’ αυτόν η ζωή που του έχει χαριστεί μια μοναδική φορά και τι μπορεί να την κάνει. Ν’ αναγνωρίσει πίσω από το «προϊόν» που του έχουν επιβάλει τι τον δένει με τη φύση, τους συντρόφους, τους φίλους του, το κορίτσι ή το αγόρι του και να μοιραστεί μαζί τους χαρές και λύπες. Έτσι, ελπίζω, θα νιώσει πως η ζωή (όχι μόνο η δική του). μπορεί να γίνει λιγότερο ά-νοστη, λιγότερο α-νόητη, λιγότερο α-νούσια. Και τότε, είμαι σίγουρος, θα έχει προσεγγίσει ό,τι καλύτερο κρύβει η ελληνική παράδοση.

