Ασφαλώς ιστορική στιγμή αποτέλεσε η στιγμή που ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε ανοικτά το θέμα της άρσης του casus belli μπροστά στον πρόεδρο Ερντογάν, ενώ παράλληλα ξεκαθάρισε την αταλάντευτη προσήλωση της Ελλάδας στις αξίες του Διεθνούς Δικαίου.
Δύο χρόνια μετά την τελευταία συνάντηση, σε επίπεδο κορυφής το κλίμα ήταν θετικό, υπογράφηκαν 7 διμερείς συμφωνίες και δόθηκε έμφαση στους τομείς που μπορεί να υπάρξει μια δημιουργική συνεργασία, επωφελής και για τις δύο πλευρές, όπως είναι το Μεταναστευτικό, η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, οι μεταφορές και οι εμπορικές σχέσεις.
Παράλληλα, έγινε απολύτως κατανοητό ότι παραμένουν σημαντικές διαφωνίες, με τον πρωθυπουργό να επαναλαμβάνει πως η οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, υφαλοκρηπίδας και αποκλειστικής οικονομικής ζώνης στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο είναι η μόνη διαφορά η οποία θα μπορούσε να οδηγηθεί ενώπιον ενός διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και ειδικότερα το Δίκαιο της Θάλασσας.
Οι γέφυρες του διαλόγου μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας πρέπει να παραμένουν πάντα ανοικτές, τόσο σε περιόδους «ήρεμων νερών» που είναι αυτονόητο, αλλά και σε περιόδους έντασης που δεν είναι αυτονόητο αλλά είναι αναγκαίο. Η Ελλάδα δεν έχει κάτι να χάσει, αντιθέτως έχει πάντα την ευκαιρία να δείξει στη διεθνή κοινότητα ότι παραμένει μια υπολογίσιμη και αξιόπιστη δύναμη, απολύτως ευθυγραμμισμένη με το Διεθνές Δίκαιο και πολύτιμος εταίρος για την περιφερειακή σταθερότητα.