Κατ’ αρχάς αναδεικνύεται πως όλο αυτό τον καιρό δεν εκπροσωπούσε όλους τους συγγενείς αλλά, προφανώς, μόνο τον εαυτό της. Ενώ η σφοδρή αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει για τη διαχείριση στα οικονομικά του συλλόγου αναδεικνύει μια ακόμα αρνητική πτυχή, που θα έπρεπε να προβληματίσει όσους έως τώρα είχαν πιστέψει τυφλά ή είχαν υιοθετήσει πολιτικά το κίνημα.
ΕΙΝΑΙ άλλο ο πόνος των συγγενών και η απαίτηση για απόδοση δικαιοσύνης και είναι κάτι εντελώς διαφορετικό το δημόσιο ξεκατίνιασμά τους με εκατέρωθεν βολές και «αποκαλύψεις». Γιατί, όταν πριν από ακριβώς έναν χρόνο κατέβαιναν στους δρόμους εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, προφανώς και δεν είχαν ιδέα για όλα αυτά τα παρασκήνια. Οπως, πιθανότατα, δεν είχαν ιδέα ότι η κ. Καρυστιανού προετοίμαζε την κάθοδό της στην πολιτική.
ΑΞΙΖΕΙ να θυμηθεί κανείς ότι πέρσι τέτοιο καιρό δεν τολμούσε κανείς να θέσει δημόσια το θέμα περί δημιουργίας «κόμματος Καρυστιανού» και όποιος τολμούσε να το ψελλίσει αντιμετωπιζόταν με μένος, παρόμοιο με εκείνο περί «προδοτών μενουμευρωπαίων», όταν δήλωνε πως θα ψηφίσει «ναι» στο περιβόητο ψευδο-δημοψήφισμα της κωλοτούμπας Τσίπρα.
ΑΠΟ εδώ και πέρα, όμως, τα πράγματα αλλάζουν. Η κ. Καρυστιανού, μέσα στο προσεχές διάστημα, θα ανακοινώσει και επίσημα τη δημιουργία κόμματος. Ηδη αντιμετωπίζεται ως πολιτικός αρχηγός. Η ίδια το επέλεξε. Αν και μέχρι πριν από λίγο καιρό αρνιόταν πεισματικά ότι θα εμπλακεί στην πολιτική.
ΤΟ οξύμωρο είναι πως, ενώ το κύριο σύνθημά της είναι η «κάθαρση», για την ώρα βρίσκεται σε μια αντιπαράθεση με τους υπόλοιπους συγγενείς θυμάτων για το κατά πόσο είναι «καθαρές» οι οικονομικές συναλλαγές του συλλόγου των Τεμπών. Δεν αρκούν τα λόγια. Αυτά είναι εύκολα. Οταν ως πρόεδρος ενός συλλόγου τα έκανε μπάχαλο, τότε πώς θα διαχειριστεί ένα κόμμα ή, ακόμα, και την εξουσία που λέει ότι θέλει να αναλάβει;
ΕΝΤΑΞΕΙ, η αντισυστημικότητα είναι μόδα. «Πουλάει». Και στην Ελλάδα, όπως συμβαίνει και στο εξωτερικό. Ναι, πλέον, δεν μετράει αν ένα κόμμα έχει θέσεις και πρόγραμμα. Κάποιοι αρκούνται σε κραυγές, τσαμπουκάδες και φαντασιακές λύσεις για πραγματικά προβλήματα. Εδώ, το ζήσαμε και το 2015 με τον Τσίπρα, τον Βαρουφάκη και το συνονθύλευμα «μαθητευόμενων μάγων» του ΣΥΡΙΖΑ, που ανήλθαν στην εξουσία έχοντας ως βάση τα συνθήματα «προδότες, κουφάλες, έρχονται κρεμάλες» και «να καεί το μπ@@@λο η Βουλή» που ακούγονταν στις πλατείες των αγανακτισμένων.
ΑΣ μη γελιόμαστε κάποιοι, μεταξύ αυτών και η κ. Καρυστιανού, επιχειρούν να επαναφέρουν αυτή τη ρητορική. Και κάποιοι πολίτες ετοιμάζονται να στηρίξουν την επιχείρηση μπαχαλοποίησης της χώρας. Και από αριστερά και από δεξιά. Και, βέβαια, μαζί τους κάποια συμφέροντα, που δεν τους νοιάζει τι θα συμβεί -γιατί οι ίδιοι δεν θα έχουν συνέπειες- αρκεί «να φύγει ο Μητσοτάκης».
ΣΤΙΣ εθνικές εκλογές του 2027 θα δοθεί η μάχη συστήματος – αντισυστήματος, κανονικότητας – μπαχαλοποίησης, ορθολογισμού – μπαρουφολογίας. Οφείλουμε, όμως, όλοι να γνωρίζουμε πως μπορεί να μη ζούμε σε κάποια ουτοπική χώρα αλλά τίποτα δεν είναι ούτε εύκολο ούτε αυτονόητο. Και πως «τίποτα δεν είναι τόσο στραβό ώστε να μην μπορεί να πάει χειρότερα», όπως λέει και ο νόμος του Μέρφι. Γιατί όλες οι φαντασιακές λύσεις και πολιτικές πληρώνονται με έναν πανάκριβο πραγματικό λογαριασμό.