Ισως το σημαντικότερο θέμα που θα μονοπωλήσει τη δημόσια συζήτηση θα είναι το Εθνικό Απολυτήριο, που αφορά τόσο τη Δευτεροβάθμια όσο και την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση. Ωστόσο, μέχρι να ολοκληρωθεί η διαβούλευση, το ενδιαφέρον παραμένει στραμμένο στα δημόσια ΑΕΙ και στους φοιτητές που εισήλθαν σε αυτά με το ισχύον πλαίσιο, δηλαδή τις πανελλαδικές εξετάσεις.
Η β’ φάση της διαγραφής των λεγόμενων «αιώνιων» φοιτητών επαναφέρει στη συζήτηση βασικά ερωτήματα: Πώς επιλέγουν τα παιδιά το αντικείμενο των σπουδών τους; Συμπληρώνουν σωστά το μηχανογραφικό; Γνωρίζουν εκ των προτέρων το πρόγραμμα σπουδών που θα κληθούν να αντιμετωπίσουν αλλά και την επαγγελματική αποκατάσταση που θα έχουν;
Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Εθνικής Αρχής Ανώτατης Εκπαίδευσης (ΕΘΑΑΕ), η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά φοιτητικού πληθυσμού σε σχέση με τον πληθυσμό της, αν και αυτό είναι λίγο πλασματικό αφού η μέτρηση γίνεται επί των εγγεγραμμένων και όχι επί των ενεργών. Η πραγματικότητα είναι συντριπτική: Μόνο ένας στους δύο φοιτητές θεωρείται ενεργός (49,9%), δηλαδή παρακολουθεί μαθήματα και συμμετέχει σε εξετάσεις. Το 2024 το πλήθος των ενεργών φοιτητών ήταν 350.739 (από 361.888 το 2023), ενώ το σύνολο ξεπερνά τις 700.000.
Προφανώς πολλοί από τους μη ενεργούς φοιτητές θα έχουν ιδιαίτερα σοβαρούς λόγους για τη μη ολοκλήρωση των σπουδών τους, όπως λόγοι υγείας ή κοινωνικοοικονομικοί και για αυτό προβλέφθηκαν εξαιρέσεις από τη διαγραφή. Ομως, για επίσης μεγάλο αριθμό φοιτητών οι λόγοι μπορεί να είναι πιο απλοί: Να μην τα βγάζουν πέρα με τα μαθήματα, να απογοητεύτηκαν από το αντικείμενο που επέλεξαν ή να βλέπουν πως ο τομέας τους δεν έχει μεγάλη ζήτηση στην αγορά εργασίας.
Είναι αναγκαίο, λοιπόν, να υπάρξει καλύτερος προσανατολισμός των μαθητών και των οικογενειών τους από τα χρόνια του Γυμνασίου και του Λυκείου, αλλά και μια αναδιάρθρωση των προγραμμάτων σπουδών με την αύξηση επιστημονικών αντικειμένων που συγκεντρώνουν υψηλή ζήτηση. Η πληροφορική είναι ένα πολύ ενδεικτικό παράδειγμα.
Ολοι γνωρίζουν πως οι εταιρίες αναζητούν χιλιάδες εξειδικευμένους πτυχιούχους, αλλά η προσφορά είναι ελάχιστη. Οπως προκύπτει, πάντα από την έκθεση της ΕΘΑΑΕ, τα ιδρύματα στην Ελλάδα είναι προσανατολισμένα, κυρίως, στις επιστήμες μηχανικών (18%), στις τέχνες και στις ανθρωπιστικές επιστήμες (17%), στη διοίκηση επιχειρήσεων και στις νομικές σπουδές (12%). Σε μικρότερο ποσοστό τα ιδρύματα είναι προσανατολισμένα στις κοινωνικές επιστήμες και στις επιστήμες υγείας (11%), στην εκπαίδευση (7%), στις γεωργικές επιστήμες και στην κτηνιατρική (6%), και μόλις ένα 5% είναι στην πληροφορική και 2% στις υπηρεσίες. Εχουμε, λοιπόν, δουλειά να κάνουμε.