Με πλάνα ζωντανά όπου ο ρεπόρτερ ακουμπούσε ένα ένα τα φέρετρα, ονοματίζοντάς τα ως τηλεοπτικό προσκλητήριο νεκρών και όπου είμαι σίγουρη πως όχι λίγοι τηλεθεατές έκλεισαν τους δέκτες τους αρνούμενοι να τους χρησιμοποιούν ως θεατές σε ένα καλοστημένο παιχνίδι ανταγωνισμού στις μετρήσεις τηλεθέασης και όχι ενημέρωσης. Με δεύτερη σκέψη προστέθηκε και η, ακόμη πιο επικίνδυνη, ηρωοποίηση του οπαδισμού, παρά τα θύματά του διαχρονικά νεαρά άτομα. Με πιο πρόσφατη την άγρια δολοφονία του Αλκη Καμπανού στη Θεσσαλονίκη.
Αλλά ακόμη χειρότερη ήταν η απόλυτη σιωπή που κάλυψε την άμεση απάντηση της επίσημης Αρχής της Ρουμανίας -της Εισαγγελίας Τιμοσοάρα -στο πανελλήνιο ερώτημα «γιατί» έγινε αυτό το «φονικό». Από την Πέμπτη το πρωί απαντήθηκε το ερώτημα για την κατάσταση του οδηγού μετά τον τοξικολογικό έλεγχο και τα ευρήματα περί ναρκωτικών ουσιών και αλκοόλ. Μία σιωπηρή, αλλά κατάφωρη, λογοκρισία από αόρατα χέρια το απέκρυψε, αν και η είδηση πρωταγωνιστούσε, από την πρώτη στιγμή της δημοσιοποίησης του πορίσματος, σε έγκυρα σάιτ του Διαδικτύου. Και το απαράδεκτο συμπληρώνεται γιατί όταν αιωρείται ένα «γιατί» η επίσημη απάντηση ενέχει και τον χαρακτήρα διδαχής ώστε να μην επαναληφθεί.
Ζήτησα τη γνώμη ειδικού. Του αναπληρωτή καθηγητή Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο ΑΠΘ, Βασίλη Βαμβακά. Συνοψίζω την άποψή του. «Αυτό που αποκαλείτε νεκρολαγνεία έχει και άλλη ανάγνωση. Στον σύγχρονο κόσμο των καταστροφών, των τεχνολογικών, των φυσικών, οι θάνατοι που έρχονται από αυτούς τους κινδύνους της εποχής, έχουν αναδείξει μία νέα ταυτότητα. Αυτή του θύματος, που έχει αποκτήσει μεγάλη σημασία σε σχέση με άλλες εποχές. Στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει μία θυματοποίηση – ηρωοποίηση, πολύ ξεχωριστή και ενδιαφέρουσα. Γιατί πλαισιώνεται, για τη δημοσιογραφία και την κοινωνία των σχολίων στο Διαδίκτυο, από την ταυτότητα του οπαδού! Η οποία, με κάποιον τρόπο δικαιώνεται με έναν περίεργο αυτοματισμό. Είδατε πως ακόμη και οι σκληρά αντίπαλες ομάδες που τσακώνονται και σκοτώνονται μεταξύ τους, με το άκουσμα του δυστυχήματος ένιωσαν μια τρομακτική ανάγκη συμμετοχής, γιατί και τα θύματα ήταν οπαδοί που έκαναν εκδρομή για χάρη της ομάδας τους. Αρα ταυτίστηκαν αμέσως μαζί τους.
Το άλλο που θίξατε και είναι πολύ σημαντικό είναι ότι όλη αυτή η συναισθηματικά φορτισμένη συζήτηση πολύ λίγο ασχολήθηκε με τα αίτια του ίδιου του δυστυχήματος. Από κει και πέρα, μείναμε στο σκοτάδι ή απορρίπτουμε τις πληροφορίες που δεν διευκολύνουν την ηρωοποίηση των θυμάτων. Το ότι αποκρύπτονται πληροφορίες είναι φοβερό. Οπως και το ότι δεν εξακριβώνονται οι πληροφορίες με σοβαρή, σε βάθος, έρευνα. Σε άλλες περιπτώσεις δυστυχημάτων υπάρχει αυτό το αίτημα να πάμε σε βάθος έρευνα, όπως συνέβη με το σχεδόν παράλληλο εργασιακό δυστύχημα της «Βιολάντα», όπου αμέσως ξεκίνησε η συζήτηση γιατί συνέβη. Στην άλλη περίπτωση, με αυτή την περίεργη ιερότητα που περιβάλλει την οπαδική ταυτότητα, όλοι οι ουσιαστικοί παράγοντες για τη διαλεύκανση των αιτιών έχουν ουσιαστικά παραγνωριστεί, αν και δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τη συγκίνηση που μας προκάλεσε το τραγικό γεγονός».
Καταλήγοντας: «Θα μπορούσε, να επικρατήσει στον δημόσιο λόγο πως εδώ έχουμε να κάνουμε μάλλον με θύματα του εθισμού. Δεν κάνουμε τη συζήτηση, μάλιστα, πως τα θύματα του εθισμού θα μπορούσαν να είναι και θύτες. Τυχαίο, τελικά, αν θα γίνεις θύτης ή θύμα σε αυτές τις περιπτώσεις. Η συζήτηση είναι επώδυνη ασφαλώς, γιατί πηγαίνει βαθιά σε κοινωνικά, ψυχολογικά προβλήματα, προβλήματα που θα πρέπει να συζητηθούν και έως τώρα δεν θέλει κανείς να κουβεντιάσει. Πως δεν ήταν μόνο θύματα ενός δυστυχήματος, αλλά και θύματα μιας πολύ μεγάλης κοινωνικής μάστιγας. Του εθισμού. Και που γνωρίζουμε, πολύ καλά, πως στις οπαδικές κοινότητες είναι πρακτική που την έχει ένα σημαντικό μέρος τους. Ελπίζω να ήταν το πένθος ο λόγος που δεν άνοιξε η συζήτηση και σιγά σιγά να γίνει. Ελπίζω να σπάσει αυτή η σιωπή και να δούμε το πραγματικό πρόβλημα».