Υπάρχουν βέβαια και σχολεία από την τυπική δημόσια εκπαίδευση, όπως το 2ο Λύκειο Ναυπλίου και το Γυμνάσιο Λιδωρικίου Φωκίδας, που όμως μάλλον λειτουργούν ως εξαίρεση του κανόνα. Αφού λοιπόν πούμε συγχαρητήρια στο 3ο Πειραματικό ΓΕΛ Χίου, που κατέκτησε την πρώτη και τη δεύτερη θέση στα λύκεια, θα πρέπει να αναρωτηθούμε, για άλλη μία φορά, για την παραδοσιακή δημόσια εκπαίδευση και τους μαθητές πολλών ταχυτήτων που δημιουργεί. Δηλαδή, για τις ευκαιρίες που (δεν) δίνει στα παιδιά. Και είναι πραγματικά άδικο, ειδικά αν σκεφτεί κάποιος ότι είμαστε πολύ καλύτερα τώρα από ό,τι μερικές δεκαετίες πριν.
Οι καθηγητές έχουν κάνει καλύτερες σπουδές, έχουν μεταπτυχιακά και εξειδικεύσεις και νέα παιδαγωγικά πρότυπα. Οι μαθητές έχουν περισσότερα ερεθίσματα και περισσότερες δυνατότητες από ό,τι είχαν οι γονείς τους. Οι οικογένειες δίνουν έναν σκασμό λεφτά για φροντιστήρια, τα βιβλία εκσυγχρονίζονται, οι υποδομές είναι βελτιωμένες, η ψηφιοποίηση ανοίγει άλλους ορίζοντες και το υπ. Παιδείας ρίχνει διαρκώς στη μάχη νέα εργαλεία για τη βελτίωση της εκπαιδευτικής καθημερινότητας. Και όμως, ενώ όλα τα κομμάτια του παζλ φαίνονται σωστά, κάτι λείπει και δεν συνδέονται μεταξύ τους. Αν κρίνουμε, δηλαδή, από την τελική εικόνα, λείπουν πολλά.
Πάρτε για παράδειγμα τα αποτελέσματα των διαγωνισμών PISA. Δεν μιλάμε για Πυρηνική Φυσική, ούτε καν για Στατιστική, στην οποία αναφερθήκαμε στην αρχή. Εν έτει 2026 και οι Ελληνες μαθητές έχουν πρόβλημα κατανόησης κειμένου και βασικών μαθηματικών γνώσεων. Είναι μετά να απορεί κανείς με το ρεκόρ αιτήσεων που γίνονται για μία θέση στον «ήλιο» της εκπαίδευσης; Οπου «ήλιος» είναι τα πρότυπα, πειραματικά και τα Δημόσια Ωνάσεια Σχολεία της χώρας. Φέτος η συμμετοχή έσπασε κάθε ρεκόρ, αφού κατατέθηκαν συνολικά 30.576 αιτήσεις για 6.861 θέσεις! Γιατί; Μα επειδή οι γονείς είναι πεπεισμένοι ότι τα παιδιά τους θα έχουν περισσότερες ευκαιρίες και καλύτερη μόρφωση και είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν ειδική εξωσχολική στήριξη για τη συμμετοχή στις εξετάσεις (πλην των πειραματικών, που είναι με κλήρωση). Και κάπως έτσι, αβγαταίνει και άλλο το ήδη τεράστιο καλάθι των φροντιστηρίων. Ως πότε;