Η ιστορική εξέλιξη επισφραγίστηκε με το άρθρο 50 του νόμου 5216/2025 και την πρόσφατη υπογραφή της σχετικής Κοινής Υπουργικής Απόφασης, με την οποία μεταβιβάζεται άνευ ανταλλάγματος στην Ιερά Μητρόπολη Κίτρους, Κατερίνης και Πλαταμώνος η πλήρης κυριότητα και νομή έκτασης περίπου 92 στρεμμάτων στην περιοχή των Φωτεινών. Η συγκεκριμένη Απόφαση έρχεται να αποκαταστήσει μια ιστορική εκκρεμότητα που ξεκίνησε το 1925 με την απαλλοτρίωση των 43.000 στρεμμάτων της Μονής και τη μετέπειτα λειτουργία του χώρου ως σανατορίου και ψυχιατρείου.
Η ίδρυση της Μονής ανάγεται στον 12ο αιώνα, ενώ η ακμή της συνδέθηκε με τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο. Το Καθολικό της, που οικοδομήθηκε το 1754 και κηρύχθηκε διατηρητέο το 1982, παραμένει ο «ζωντανός» πυρήνας του συγκροτήματος, στεγάζοντας τη σεβάσμια βυζαντινή εικόνα της Παναγίας της Πέτρας, την επονομαζόμενη Οδηγήτρια. Σήμερα, ο χώρος δεν είναι πλέον έρημος, καθώς μια μικρή αδελφότητα δίνει ξανά ζωή στα κελιά.
Μιλώντας στον «Ε.Τ.», ο ηγούμενος της Μονής, Αρχιμανδρίτης Βασίλειος Νάκας, περιγράφει τη νέα καθημερινότητα: «Είμαι εγώ, ένας μοναχός και τέσσερις δόκιμοι. Εχουμε έρθει εδώ και αρκετούς μήνες για να στήσουμε από την αρχή τη Μονή. Είχε υπάρξει σχετική συνεννόηση με το υπουργείο Υγείας και είπαμε να επισπεύσουμε τις διαδικασίες, κυρίως για να προστατεύσουμε τον χώρο και να αποτραπεί ένα ενδεχόμενο πλιάτσικο. Εχουμε διαμορφώσει δύο χώρους για να διαβιούμε, αλλά το υπόλοιπο κτίριο δεν είναι σε καλή κατάσταση. Χρήζει άμεσων επεμβάσεων και από ότι γνωρίζω ο Σεβασμιότατος θα επιχειρήσει να το εντάξει σε κάποιο πρόγραμμα, όπως έγινε και με τον ιερό ναό».

Η ιστορία της Μονής είναι ταυτισμένη με τους εθνικούς αγώνες, καθώς από το 1798 έως την Επανάσταση του Ολύμπου το 1878, οι μοναχοί υπήρξαν μπροστάρηδες στον αγώνα για την ελευθερία, συνεργαζόμενοι με σπουδαίους οπλαρχηγούς. Η προσφορά της όμως επεκτεινόταν και στην Παιδεία, ενισχύοντας οικονομικά τη σχολή του Πεζάρου το 1768, καθώς και ιερατικές σχολές στις αρχές του 20ού αιώνα. Παράλληλα, η Μονή επιτελούσε σπουδαίο κοινωνικό έργο, παρέχοντας υλική και πνευματική φιλοξενία στους οδοιπόρους, ενώ υπάρχουν αναφορές ότι βοηθούσε οικονομικά τους κτηνοτρόφους και τους κατοίκους της περιοχής που αντιμετώπιζαν δυσκολίες.
Η μετατροπή της σε Σανατόριο το 1939, που φιλοξένησε 5.000 ασθενείς, και αργότερα σε Ψυχιατρικό Νοσοκομείο (1969-2004), αποτέλεσε ένα μακρύ «διάλειμμα» στην εκκλησιαστική της ιστορία, κατά το οποίο το αρχικό πετρόκτιστο κτίσμα επεκτάθηκε για να φιλοξενήσει 350 κλίνες. Το 2004 έφυγε ο τελευταίος τρόφιμος του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου, το 2012 έκλεισε επίσημα οριστικά, ενώ τέσσερα χρόνια αργότερα οι υπαίθριες εγκαταστάσεις αξιοποιήθηκαν για την προσωρινή φιλοξενία προσφύγων και μεταναστών.

Η αναγκαστική παραχώρηση του 1925 στο Κράτος είχε γίνει με τη ρητή δέσμευση ότι σε περίπτωση παύσης της λειτουργίας των υγειονομικών δομών, οι εγκαταστάσεις θα επέστρεφαν στην Εκκλησία. Με τη μεταβίβαση της έκτασης από το Γενικό Νοσοκομείο Κατερίνης στη Μητρόπολη, η δέσμευση αυτή γίνεται πλέον πράξη, διασφαλίζοντας ότι το ιστορικό συγκρότημα θα συνεχίσει την πορεία του ως σημείο αναφοράς για τον πολιτισμό και την πίστη στην Πιερία.