Η άμεση ή η έμμεση αντίδραση των κομμάτων ήταν λίγο-πολύ αναμενόμενη και προβλέψιμη. Εθισμένα στην τυφλή αντιπαράθεση και στο «όχι σε όλα» δεν είναι εύκολο «ξαφνικά» να μπουν σε μια απαιτητική συζήτηση, η οποία απαιτεί προτάσεις, ιδέες, διάλογο με επιχειρήματα, υπευθυνότητα και συναίνεση. Πόσω μάλλον όταν η πρώτη τους αντίδραση ήταν πως ο Κ. Μητσοτάκης «αλλάζει την ατζέντα». Αντί να πηδήξουν από τη χαρά τους γιατί τους δίνεται η δυνατότητα να αποδείξουν ότι είναι καλύτερα από τη Ν.Δ. και δεν ισχύει η κυρίαρχη άποψη πως στερούνται πολιτικής και ιδεών, δυστρόπησαν. Λες και φοβούνται ότι θα επιβεβαιωθούν όλα όσα κρατούν τις «βελόνες» κολλημένες σε χαμηλές ενδείξεις και τα κόμματα μακριά από τις ανάγκες της κοινωνίας. Πιθανώς έτσι αισθάνονται αλλά, κι έτσι να είναι, δεν θα έπρεπε να το δείχνουν τόσο κραυγαλέα. Στοιχειώδες ένστικτο επιβίωσης θα έπρεπε να τα οδηγήσει σε μια έστω προσχηματική χαρά, γιατί τους δίνεται η ευκαιρία να αποδείξουν τον «ακροδεξιό» χαρακτήρα της κυβέρνησης και τις εκτιμήσεις τους περί «αλλοίωσης των θεσμών» και «χούντας». Δεν έκαναν ούτε καν αυτό. Ετράπησαν αγεληδόν σε άτακτη φυγή με συνδικαλιστικά τερτίπια και ανίσχυρους εξυπνακισμούς. Επιβεβαιώνοντας, στην τελική, ότι και τα ίδια αναγνωρίζουν την πολιτική υπεροχή και ηγεμονία της κυβέρνησης.
Μεταξύ μας, αυτή η στάση δεν προκαλεί καμία έκπληξη. Αντιθέτως, προκαλούν έκπληξη οι απόψεις-δικαιολογίες συνταγματολόγων. Με πρώτο και καλύτερο τον ευφυή Β. Βενιζέλο. Ο οποίος χρησιμοποίησε μία δεύτερη σοφιστεία μετά τη «μη χώρα». Εθεσε ως προϋπόθεση για την Αναθεώρηση του Συντάγματος τον σεβασμό του. Είπε χαρακτηριστικά, «ο σεβασμός του Συντάγματος προηγείται της Αναθεώρησής του (…) Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό, είναι η βαθιά κρίση αξιοπιστίας των θεσμών και η διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης». Τα ερωτήματα που γεννά μια τέτοια τοποθέτηση γεννούν σειρά ερωτημάτων. Ποιος το κρίνει αυτό; Το ετερόκλητο άθροισμα των πολυ-ηττημένων κομμάτων ή κάποιες αυθεντίες, οι οποίες όμως στερούνται πολιτικής νομιμοποίησης από την κοινωνία; Ισχύει ή δεν ισχύει τελικά ότι το Σύνταγμα έχει ουκ ολίγες αναχρονιστικές και ξεπερασμένες διατάξεις (π.χ. άρθρο 86, ιδιωτικά ΑΕΙ, καμία πρόβλεψη για την απουσία της αξιολόγησης των υπαλλήλων στον δημόσιο τομέα, πλήρης αγνόηση των «καταιγίδων» της νέας εποχής, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη ή η κλιματική αλλαγή κ.ά.); Ποιος και πώς κρίνει τον μη σεβασμό του Συντάγματος; Συνιστά σεβασμό του Συντάγματος η πλήρης απαξίωση της Δικαιοσύνης, η οποία έχει γίνει καθημερινότητα στον ακτιβισμό της αντιπολίτευσης; Κάτι που έγινε π.χ. με τα Τέμπη, όπου ούτε λίγο ούτε πολύ απαιτήθηκε η αντικατάστασή της από λαϊκά δικαστήρια; Και ποιος και με ποια κριτήρια θα κρίνει ότι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και ικανοποιείται η μία προϋπόθεση που θέτει ένας από τους κορυφαίους συνταγματολόγους, ο οποίος όμως εδώ και καιρό έχει εγκαταλείψει τη μοναχικότητα του επιστήμονα και έχει εμπλακεί εμφανώς στο πολιτικό παίγνιο;
Από κοντά κι ένας άλλος συνταγματολόγος, ο οποίος δεν κρύβει καθόλου τις κομματικές-πολιτικές αφετηρίες, σκεπτικό και μάλιστα με όρους «τρέχουσας ειδησεογραφίας», που κατά τη γνώμη μου υποβαθμίζει την επιστήμη σε απλή και μάλιστα στρατευμένη αρθρογραφία. Το έρεισμά του είναι ο βαρύγδουπος «αναθεωρητικός λαϊκισμός», ο οποίος ουσιαστικά στηρίζει τον τρέχοντα και διάχυτο λαϊκισμό, που είναι το ψωμοτύρι των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Αφήνω κατά μέρος τον κ. Ράμμο, ο οποίος «έπαιξε» με πάθος πολιτικό παιχνίδι όντας πρόεδρος της Ανεξάρτητης Αρχής που ήλεγχε την υπόθεση των υποκλοπών κι όταν έφυγε από την προεδρία της δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον χωρίς ελπίδα πειρασμό να γίνει υποψήφιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας με την υποστήριξη πενιχρών δυνάμεων κάποιων υπολειμμάτων της Αριστεράς. Αλλος αναπληρωτής καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο ΑΠΘ, ο Ακρ. Καϊδατζής, προτρέπει ανοιχτά τις δυνάμεις της δημοκρατικής αντιπολίτευσης να αντιδράσουν «με τον μόνο τρόπο που έχει νόημα» κι αυτός, κατά τον καθηγητή, είναι «καμία συζήτηση ή διαπραγμάτευση, καμία συμμετοχή, καμία νομιμοποίηση της διαδικασίας». Υποθέτω ότι δεν συστήνει κάτι αντίστοιχο και για τη συμμετοχή των πολιτών στις εκλογές.
Η επιστήμη ασφαλώς δεν είναι ουδέτερη, πόσω μάλλον όταν το αντικείμενό της είναι το Σύνταγμα ή οι ανθρωπιστικές σπουδές. Και κάθε επιστήμονας έχει απόλυτο δικαίωμα να λέει την άποψή του. Αλλά οφείλει να είναι ειλικρινής. Να μην κρύβει πολιτική άποψη πίσω από επιστημονική άποψη. Πόσω μάλλον όταν αυτή η επιστημονική άποψη γίνεται σημαία για κόμματα που θέλουν να αποφύγουν να περιφέρουν σε κοινή θέα την πολιτική γύμνια τους.
ΑΙΧΜΗ
Η ΑΛΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΤΖΑΚ ΠΟΤ ΤΟΥ ΣΑΜΑΡΑ
Χθες σημείωσα την αποστροφή του λόγου του Κ. Καραμανλή στην ομιλία του κατά την ανάδειξή του σε επίτιμο δημότη της Καλαμάτας, η οποία θεωρήθηκε «αιχμή» εν όψει της συνάντησης Μητσοτάκη-Ερντογάν, να μη στέλνουμε (σ.σ. ο Κ. Μητσοτάκης) «επαμφοτερίζοντα μηνύματα που μπορεί να εκλαμβάνονται από τον Τούρκο ως υποχωρητικότητα». Μια αιχμή που εύκολα εντάσσεται στην πολύμηνη αμφισβήτηση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας, χωρίς να έχει υπάρξει γεγονός που να τη δικαιολογεί και να μην την κατατάσσει στην απλή γκρίνια και την κινδυνολογία.
Ο πρώην πρωθυπουργός είπε και μία άλλη ατάκα, η οποία μπορεί να μην είναι συνεπής με τη συμπεριφορά του ως αρχηγός της Ν.Δ. και Π.Θ. (καθώς είχε διαγράψει κορυφαία στελέχη της Ν.Δ., όπως οι Γ. Σουφλιάς, Στ. Μάνος, Β. Κοντογιαννόπουλος, Α. Παπαληγούρας, Π. Τατούλης, Ν. Κάκκαλος), αλλά που μπορεί να έχει μία αξία: «Ενίοτε να ακούμε τους πιο έμπειρους, αντί να τους διαγράφουμε, κυριολεκτικά η μεταφορικά». Δεν ξέρω αν με τους «μεταφορικά» διαγραμμένους εννοούσε τον εαυτό του, αλλά για τους «κυριολεκτικά» αναφερόταν σίγουρα στον Α. Σαμαρά. Ο οποίος μετά από πολύ καιρό στις λιτές δηλώσεις που έκανε δεν είχε το επιθετικό ύφος των τελευταίων μηνών. Αντίθετα, ήταν έως και ενωτικός, λέγοντας, «σε καιρούς κρίσης, σε δύσκολους καιρούς, ένα μόνο να θυμάστε: Ο πατριωτισμός ενώνει, δεν διαιρεί».
Στο Μέγαρο Μαξίμου αυτή η τοποθέτηση του Α. Σαμαρά δεν πέρασε απαρατήρητη. Αλλωστε, στην Καλαμάτα ήταν παρόντες και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κ. Χατζηδάκης, και ο Πρόεδρος της Βουλής, Ν. Κακλαμάνης. Κάποιοι, συνδέοντας και τις πληροφορίες, ότι ο Α. Σαμαράς έχει εγκαταλείψει το σχέδιο της δημιουργίας νέου κόμματος, βλέπουν στη διαφορετική στάση του πρώην πρωθυπουργού ένα παράθυρο καταλλαγής, το οποίο έως τις εκλογές μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις επιστροφής του στο κόμμα όπου ανδρώθηκε και τιμήθηκε με όλα τα ύπατα αξιώματα.
Είναι νωρίς για στοιχήματα. Αλλά αν λίγους μήνες πριν από τις εκλογές του 2027 ο Α. Σαμαράς επέστρεφε στη Ν.Δ. θα ήταν ένα τζακ ποτ για την κυβέρνηση…