Παρά την ευρεία αποδοχή τους, η συζήτηση για την ασφάλεια του μελανιού που εισέρχεται στο σώμα παραμένει περιορισμένη. Μια νέα μελέτη από τη Δανία, δημοσιευμένη στο περιοδικό BMC Public Health, αξιοποίησε το Δανέζικο Μητρώο Διδύμων για να διερευνήσει τη σχέση μεταξύ έκθεσης σε μελάνι τατουάζ και εμφάνισης ορισμένων μορφών καρκίνου, όπως τα λεμφώματα και οι καρκίνοι του δέρματος. Η χρήση δίδυμων δίνει τη δυνατότητα μερικής ελέγχου για το γενετικό υπόβαθρο και κοινές περιβαλλοντικές εκθέσεις, επιτρέποντας στους ερευνητές να απομονώσουν καλύτερα πιθανούς παράγοντες κινδύνου.
Οι ερευνητές υπενθυμίζουν ότι το μελάνι δεν παραμένει αποκλειστικά στο σημείο έγχυσης. Προηγούμενες εργαστηριακές και κλινικές έρευνες έχουν δείξει ότι σωματίδια μελανιού μπορούν να μεταφερθούν μέσω του λεμφικού συστήματος και της κυκλοφορίας του αίματος, συσσωρευόμενα κυρίως στους λεμφαδένες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στο ήπαρ. Η παρουσία ξένων σωματιδίων ενδέχεται να προκαλέσει χρόνια φλεγμονή, μια κατάσταση που έχει συνδεθεί με αυξημένο κίνδυνο καρκινογένεσης. Επιπλέον, το πιο διαδεδομένο μαύρο μελάνι περιέχει συχνά carbon black, ουσία που έχει χαρακτηριστεί ως πιθανώς καρκινογόνος για τον άνθρωπο, ενώ στην παραγωγή παρατηρείται παρουσία πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων, μερικοί από τους οποίους είναι αποδεδειγμένα καρκινογόνοι. Οι ειδικοί αναφέρουν ότι άλλες χρωστικές των έγχρωμων μελανιών μπορεί να διασπώνται υπό την έκθεση στον ήλιο ή κατά την αφαίρεση με λέιζερ και να απελευθερώνουν επιβλαβείς ενώσεις. Στη δανέζικη ανάλυση διαπιστώθηκε ότι τα άτομα με τατουάζ είχαν αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του δέρματος σε σύγκριση με άτομα χωρίς τατουάζ, και σε ορισμένες υποομάδες ο κίνδυνος ήταν σημαντικά υψηλότερος. Επιπλέον παρατηρήθηκε ότι τα μεγάλα τατουάζ, αυτά που καλύπτουν επιφάνεια μεγαλύτερη από την παλάμη του χεριού, σχετίζονταν με ακόμη αυξημένο κίνδυνο τόσο για καρκίνο του δέρματος όσο και για λέμφωμα, στοιχείο που υποδηλώνει ότι η συνολική ποσότητα μελανιού και η έκθεση του οργανισμού μπορεί να επηρεάζουν το αποτέλεσμα. Οι ερευνητές εξέτασαν παράγοντες όπως το κάπνισμα και τον τρόπο ζωής, χωρίς αυτοί να εξηγούν πλήρως τη συσχέτιση, και τόνισαν ότι η μελέτη δεν αποδεικνύει αιτιώδη σχέση.
Επίσης, τα τατουάζ μπορεί να δυσχεραίνουν τον εντοπισμό ύποπτων αλλοιώσεων, όπως νέοι σπίλοι ή αλλαγές σε υπάρχοντες σπίλους, γεγονός που μπορεί να καθυστερήσει την αναγνώριση κακοήθειας. Για τον λόγο αυτό οι ειδικοί προτείνουν τακτικούς δερματολογικούς ελέγχους, ιδιαίτερα σε άτομα με εκτεταμένα τατουάζ, αυξημένη έκθεση στον ήλιο ή οικογενειακό ιστορικό καρκίνου.