Ακούμε τις ειδήσεις, διαβάζουμε αριθμούς νεκρών, ιστορίες απώλειας που θα έπρεπε να μας διαλύουν. Κι όμως, κάτι παράξενο συμβαίνει: η θλίψη μοιάζει να μην μπαίνει βαθιά μέσα μας.
Συγκινούμαστε — για λίγο. Ίσως ένα ρίγος, ίσως ένα σχόλιο «είναι τραγικό αυτό που γίνεται». Και μετά, η ζωή συνεχίζεται. Η οθόνη κλείνει, το φαγητό ετοιμάζεται, η καθημερινότητα επιστρέφει στη θέση της. Σαν να υπάρχει ένα διάφανο πέπλο που μας χωρίζει από αυτό που βλέπουμε, ένα φίλτρο που δεν επιτρέπει την πλήρη είσοδο του πόνου μέσα μας. Δεν είναι ότι δεν μας νοιάζει. Είναι ότι συχνά δεν αντέχουμε να μας νοιάζει βαθιά.
Ο άνθρωπος μοιάζει να βρίσκεται διαρκώς παγιδευμένος ανάμεσα σε δύο ανάγκες: να προστατεύσει τον εαυτό του και ταυτόχρονα να παραμείνει άνθρωπος. Ο πόλεμος δεν μας αφήνει εντελώς ασυγκίνητους. Μας αγγίζει, αλλά μέχρι το σημείο που μπορούμε να αντέξουμε να αγγιχτούμε. Μετά ενεργοποιούνται άμυνες, αποστάσεις, μηχανισμοί επιβίωσης. Γιατί αν νιώθαμε κάθε πόλεμο σαν να συνέβαινε μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, ίσως να μην αντέχαμε να συνεχίσουμε τη ζωή μας. Αν όμως δεν νιώθουμε τίποτα, τότε κινδυνεύουμε να συνηθίσουμε τη φρίκη.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν είμαστε καλοί ή κακοί άνθρωποι. Κάπου ανάμεσα στην άμυνα και την ενσυναίσθηση βρίσκεται η λεπτή ισορροπία της ανθρωπιάς. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πόσο πόνο μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος χωρίς να κλείσει την πόρτα του συναισθήματος. Και ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι της σύγχρονης εποχής να είναι ακριβώς αυτό: να παραμένουμε άνθρωποι χωρίς να καταρρεύσουμε από όσα βλέπουμε καθημερινά. Το πραγματικό ερώτημα όμως δεν είναι γιατί δεν μας αγγίζει ο πόλεμος, αλλά πόσο εύκολα μπορούμε να μάθουμε να ζούμε δίπλα του.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να εξηγήσει η ψυχολογία: γιατί, ενώ ερχόμαστε καθημερινά αντιμέτωποι με τη φρίκη του πολέμου, η συναισθηματική μας σύνδεση μοιάζει συχνά προσωρινή, αδύναμη ή απομακρυσμένη. Είναι αδιαφορία; Είναι ψυχική κόπωση; Ή μήπως πρόκειται για έναν μηχανισμό επιβίωσης που ενεργοποιείται ασυνείδητα;
Η ψυχολογία της απόστασης απέναντι στη φρίκη
Ο ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής και σύμβουλος ψυχικής υγείας Μάρκος Στυλιανού, μιλώντας στο ET MAGAZINE εξηγεί γιατί οι άνθρωποι, παρότι συγκλονίζονται στιγμιαία από εικόνες πολέμου, αδυνατούν συχνά να συνδεθούν βαθιά και διαρκώς με τον πόνο των άλλων.

«Όλοι μπορούμε να νιώσουμε σε έναν βαθμό το τραγικό που συμβαίνει στους άλλους ανθρώπους. Και γι’ αυτό στιγμιαία αισθανόμαστε το άγχος, τον τρόμο, τη λύπη, τον φόβο που αισθάνονται και αυτοί οι άνθρωποι. Στη συνέχεια όμως, το σημαντικό είναι ότι επεμβαίνουν μηχανισμοί άμυνας, όπου απωθούν, απορρίπτουν, αρνούνται αυτά τα συναισθήματα, γιατί δεν είναι λειτουργικά στη ζωή μας».
Οι μηχανισμοί άμυνας: όταν ο νους προστατεύει τον εαυτό του
Η τοποθέτηση αυτή συνδέεται άμεσα με τη θεωρία των μηχανισμών άμυνας του Σίγκμουντ Φρόυντ (Sigmund Freud, νευρολόγος και ψυχίατρος). Σύμφωνα με την ψυχαναλυτική προσέγγιση, ο ανθρώπινος νους ενεργοποιεί ασυνείδητες άμυνες όταν έρχεται αντιμέτωπος με συναισθήματα που απειλούν την ψυχική ισορροπία.
Οι μηχανισμοί άμυνας λειτουργούν σαν ένα εσωτερικό σύστημα προστασίας. Ο εγκέφαλος «φιλτράρει» τον πόνο ώστε το άτομο να μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί. Σε αυτή την περίπτωση εμφανίζονται:
- η άρνηση, δηλαδή η απομάκρυνση μιας σκληρής πραγματικότητας,
- η απώθηση, όπου τα δύσκολα συναισθήματα σπρώχνονται στο περιθώριο,
- και η αποστασιοποίηση, όπου το γεγονός αντιμετωπίζεται σαν κάτι μακρινό.
Με απλά λόγια, ο άνθρωπος δεν παύει να νιώθει. Απλώς ο ψυχισμός του μειώνει την ένταση του συναισθήματος για να μπορέσει να αντέξει. Ο ψυχολόγος εξηγεί πως αυτή η διαδικασία δεν αποτελεί ένδειξη έλλειψης ανθρωπιάς, αλλά έναν τρόπο προσαρμογής. «Οι μηχανισμοί άμυνας έρχονται για να λειτουργήσουν ως προστασία στο πώς μπορούμε να ζούμε στην καθημερινότητά μας».
Με άλλα λόγια, αν βιώναμε κάθε εικόνα πολέμου σαν προσωπικό τραύμα, η καθημερινή λειτουργικότητα θα κατέρρεε. Ο ανθρώπινος οργανισμός δεν είναι φτιαγμένος για να αντέχει μόνιμα σε κατάσταση συναισθηματικού συναγερμού. Η απόσταση παίζει επίσης καθοριστικό ρόλο. «Όσο πιο μακριά από εμάς είναι κάτι και όσο λιγότερη εικόνα έχουμε από αυτό, τόσο δυσκολότερο είναι να μπούμε σε κατάσταση ενσυναίσθησης».
Η ψυχολογική απόσταση και τα όρια της ενσυναίσθησης

Η ψυχολογία ονομάζει αυτή τη διαδικασία «ψυχολογική απόσταση». Όσο πιο μακριά βρίσκεται ένα γεγονός — γεωγραφικά, χρονικά ή βιωματικά — τόσο πιο αφηρημένα το αντιλαμβανόμαστε. Ο πόλεμος γίνεται μια είδηση, μια εικόνα στην οθόνη, όχι μια εμπειρία που αφορά άμεσα το σώμα και την επιβίωσή μας. Γι’ αυτό και πολλές φορές μπορούμε να δούμε εικόνες καταστροφής και λίγα λεπτά αργότερα να επιστρέψουμε κανονικά στην καθημερινότητά μας.
Η ενσυναίσθηση, σύμφωνα με πολλές ψυχολογικές προσεγγίσεις, δεν είναι απεριόριστη. Ενεργοποιείται πιο εύκολα όταν υπάρχει προσωπικό βίωμα, ομοιότητα ή άμεση σύνδεση με αυτόν που υποφέρει. Όταν λείπει αυτή η εμπειρία, ο εγκέφαλος δυσκολεύεται να μετατρέψει την πληροφορία σε βαθύ συναίσθημα. Κι όμως, για λίγα δευτερόλεπτα, ο οργανισμός αντιδρά.
«Στιγμιαία, όταν βλέπουμε ειδικά εικόνες στην τηλεόραση, μας ερεθίζει πολύ το νευρικό μας σύστημα – μιλάω τελείως νευρολογικά – απλά στη συνέχεια αποστασιοποιούμαστε από αυτό». Αυτή η αποστασιοποίηση δεν είναι τυχαία. Συνδέεται με ένα ακόμη σημαντικό φαινόμενο: τη συναισθηματική απευαισθητοποίηση. Ο κ. Στυλιανού χρησιμοποιεί μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική μεταφορά:
«Έχει κυκλοφορήσει μια φράση στα αγγλικά “foot in the door”, δηλαδή το πόδι στην πόρτα. Όταν πάει κάποιος να σε διώξει από το σπίτι, αντί να μπεις με τη μία μέσα, απλά βάζεις το πόδι στην πόρτα και δεν το αφήνεις να κλείσει τελείως». Η λογική πίσω από αυτή τη μεταφορά είναι ότι η συνεχής έκθεση σε ένα ερέθισμα αλλάζει σταδιακά την αντίδρασή μας απέναντι του. «Αν εκτεθούμε σταδιακά και για μεγάλα χρονικά διαστήματα σε οτιδήποτε στη ζωή μας, ο εγκέφαλός μας έχει την ικανότητα να προσαρμόζεται. Αυτή η προσαρμοστικότητα έχει να κάνει εξελικτικά με το θέμα επιβίωσης».
Η θεωρία της απευαισθητοποίησης

Η ψυχολογία περιγράφει αυτό το φαινόμενο ως «συναισθηματική απευαισθητοποίηση». Πρόκειται για μια διαδικασία κατά την οποία ο άνθρωπος, μέσα από τη συνεχή έκθεση σε βίαιες εικόνες και τραυματικά γεγονότα, αρχίζει σταδιακά να αντιδρά με μικρότερη συναισθηματική ένταση. Ο ψυχολόγος Άλμπερτ Μπαντούρα (Albert Bandura), μέσα από τη θεωρία της κοινωνικής μάθησης, εξηγεί ότι ο άνθρωπος επηρεάζεται βαθιά από όσα βλέπει επαναλαμβανόμενα γύρω του. Όταν η βία γίνεται καθημερινό θέαμα — στις ειδήσεις, στα social media, στις ταινίες — ο εγκέφαλος σταματά να τη βιώνει ως κάτι σοκαριστικό και αρχίζει να την αντιμετωπίζει σαν μέρος της κανονικότητας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι εξαφανίζεται η ενσυναίσθηση. Σημαίνει ότι ο οργανισμός προσαρμόζεται για να προστατευθεί από τη διαρκή ψυχική υπερφόρτωση. Όσο περισσότερο εκτιθέμεθα στη βία και στον πόνο, τόσο μειώνεται η ένταση της συναισθηματικής μας αντίδρασης.
Ο ίδιος το περιγράφει ως εξής: «Η απευαισθητοποίηση δεν είναι έλλειψη ενσυναίσθησης και συμπόνιας, είναι ένα μούδιασμα αυτού που βιώνουμε καθημερινά. Όπως ακριβώς και στο σώμα. Αν κάθε μέρα περπατάμε ξυπόλυτοι, σιγά-σιγά τα πόδια μας δεν θα πονάνε πολύ». Σε μια εποχή όπου οι εικόνες πολέμου φτάνουν ασταμάτητα μέσα από οθόνες κινητών, social media και συνεχή ροή ειδήσεων, αυτή η εξοικείωση με τη φρίκη μοιάζει σχεδόν αναπόφευκτη. «Πλέον έχουμε συνηθίσει τα πάντα. Σχεδόν τα πάντα. Να ακούσουμε ακόμα και το πιο ακραίο». Ο ψυχολόγος συνδέει μάλιστα αυτή τη διαδικασία όχι μόνο με τα μέσα ενημέρωσης, αλλά και με τον ίδιο τον τρόπο που είναι οργανωμένη η σύγχρονη δυτική κοινωνία. «Οι κοινωνικές αξίες και οι κανόνες οδηγούν τη δυτική κοινωνία σε μια ατομικοποίηση ουσιαστικά. Δηλαδή ο κάθε άνθρωπος κοιτάει τον εαυτό του και όχι το συλλογικό».
Η κοινωνία της υπερπληροφόρησης και η κόπωση της ενσυναίσθησης

Οι ψυχολόγοι χρησιμοποιούν συχνά τον όρο «compassion fatigue», δηλαδή κόπωση της συμπόνιας. Πρόκειται για μια κατάσταση κατά την οποία η συνεχής έκθεση στον πόνο των άλλων εξαντλεί σταδιακά τη συναισθηματική ικανότητα του ανθρώπου να ανταποκρίνεται. Στη σύγχρονη εποχή, ο άνθρωπος βομβαρδίζεται καθημερινά με εικόνες πολέμου, καταστροφών, βίας και θανάτου. Ο εγκέφαλος, για να μπορέσει να προστατευθεί, αρχίζει να μειώνει την ένταση της συναισθηματικής αντίδρασης. Μέσα σε αυτή την ατομικοποιημένη πραγματικότητα, η ενσυναίσθηση φαίνεται να έχει όρια. «Η συνεχιζόμενη έκθεση μειώνει την ενσυναίσθηση του ανθρώπου».
Όμως τα όρια αυτά δεν καθορίζονται μόνο από την υπερπληροφόρηση. Παίζουν ρόλο και οι προσωπικές εμπειρίες, η προσωπικότητα και η ίδια η ικανότητα σύνδεσης με τους άλλους. «Δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την ίδια ικανότητα να συνδέονται και να μπαίνουν στα παπούτσια του άλλου». Το πιο ουσιαστικό σημείο, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η προσωπική εμπειρία. «Όταν δεν έχουμε άμεση προσωπική εμπειρία από παρόμοια γεγονότα, δεν είναι και εύκολο να συνδεθούμε». Για να εξηγήσει αυτή τη διαδικασία, χρησιμοποιεί ένα καθημερινό παράδειγμα: «Αυτό το βλέπουμε και όταν βλέπουμε μια ταινία. Βλέπουμε κάποιον να κλαίει με μια σκηνή και ο άλλος να γελάει. Και ανάποδα».
Ο κάθε άνθρωπος κουβαλά διαφορετικές μνήμες, τραύματα και βιώματα. Αυτά καθορίζουν ποια εικόνα θα τον αγγίξει και ποια θα τον αφήσει σχεδόν αμέτοχο. Ακόμα όμως και οι προσωπικές εμπειρίες ξεθωριάζουν με τον χρόνο. «Ακόμα και αν έχουμε την εμπειρία, όταν έχει απομακρυνθεί πολύ χρονικά από εμάς, έχουμε ξεχάσει λίγο πώς ήταν. Το έχουμε δει με πολλούς ανθρώπους που ήταν φτωχοί και αφού έβγαλαν χρήματα σιγά-σιγά έχασαν την ικανότητα να νιώθουν τι πάει να πει φτώχεια και να έχουν την ενσυναίσθηση προς άλλους φτωχούς ανθρώπους». Η αποστασιοποίηση, λοιπόν, δεν είναι μόνο ψυχολογική αλλά και χρονική. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν αυτή η προστασία μάς κάνει τελικά παθητικούς. Η απάντηση του ψυχολόγου είναι σύνθετη: «Σίγουρα μας κάνει παθητικούς απέναντι στον πόνο άλλων ανθρώπων. Παθητικούς με την καλή έννοια ή με την κακή; Και με τις δύο».
Από τη μία πλευρά, η αποστασιοποίηση μειώνει το άγχος και βοηθά το άτομο να συνεχίσει να λειτουργεί. «Μειώνει το ψυχολογικό στρες που βιώνουμε ώστε να μπορούμε να χαλαρώσουμε, να χαρούμε πράγματα». Από την άλλη όμως, δημιουργεί κοινωνίες ολοένα και πιο αδιάφορες απέναντι στο συλλογικό. «Έχει δημιουργήσει κοινωνίες αδιάφορες προς τα κοινά». Μέσα σε αυτή τη συζήτηση, ο ίδιος δεν αφήνει έξω ούτε την ευθύνη της κοινωνίας και της παιδείας. «Υπάρχει και η ευθύνη ενός κράτους μέσω της παιδείας να δημιουργήσει ανθρώπους που να έχουν ευαισθησίες και να μπαίνουν στη θέση των άλλων».
Κάπου εκεί γεννιέται και το μεγάλο ηθικό δίλημμα του άρθρου. Μπορεί ένας άνθρωπος να παραμένει βαθιά συνδεδεμένος με τον πόνο του κόσμου χωρίς να διαλυθεί ψυχικά; Ο ψυχολόγος απαντά ξεκάθαρα: «Το να μπορείς συναισθηματικά να βιώνεις καθημερινά τον πόλεμο όπως κάποιος άνθρωπος που τον ζει, θα κατέστρεφε την καθημερινότητά σου». Η πλήρης ταύτιση δεν είναι ψυχικά βιώσιμη για τους περισσότερους ανθρώπους. Αν ο πόνος των άλλων γινόταν μόνιμα προσωπικός μας πόνος, η λειτουργικότητα της καθημερινής ζωής θα κατέρρεε.
Κι όμως, η άλλη πλευρά παραμένει εξίσου αληθινή. «Από τη μια ως άνθρωποι οφείλουμε να κάνουμε κάτι και από την άλλη, αν τελικά είναι τόσο μακριά από εμάς και δεν έχουμε τη δύναμη να ενεργήσουμε, καλύτερα να μην είχαμε τόσο μεγάλη ταύτιση». Η αντίφαση αυτή διαπερνά ολόκληρη τη σύγχρονη ανθρώπινη εμπειρία. Από τη μία η ανάγκη προστασίας. Από την άλλη η ανάγκη να μην απομακρυνθούμε από την ανθρωπιά μας.
Και ίσως το πιο ελπιδοφόρο σημείο της συζήτησης βρίσκεται ακριβώς εκεί: στο γεγονός ότι, ακόμη και μέσα σε μια εποχή συνεχούς έκθεσης στη βία, υπάρχουν άνθρωποι που εξακολουθούν να μπορούν να συνδεθούν βαθιά με τον πόνο των άλλων χωρίς να χρειάζεται να τον έχουν βιώσει οι ίδιοι. «Μέσα στους πολλούς υπάρχουν και οι λίγοι οι οποίοι χωρίς να χρειάζεται να βιώσουν τον πόλεμο ή τον πόνο, έχουν την ικανότητα να νιώσουν και να συνδεθούν με την ανθρωπιά τους».
Ο Μάρκος Στυλιανού φέρνει ως παραδείγματα μορφές όπως η Μητέρα Τερέζα (μοναχή και ιδρύτρια του τάγματος «Ιεραπόστολοι της Φιλανθρωπίας»), που αφιέρωσε τη ζωή της στους πιο αδύναμους ανθρώπους και ο Μαχάτμα Γκάντι (δικηγόρος, πολιτικός, στοχαστής και επαναστάτης ακτιβιστής), ο οποίος μετέτρεψε την ενσυναίσθηση και τη μη βία σε μορφή αντίστασης και κοινωνικής δράσης. «Αλίμονο αν η Μητέρα Τερέζα ή ο Γκάντι θα έπρεπε να είχαν βιώσει τον ίδιο πόνο με όλους τους ανθρώπους για να ευαισθητοποιηθούν και να τους βοηθήσουν».
Για τον ίδιο, η ενσυναίσθηση δεν είναι κάτι που εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ανθρώπους. Συνδέεται με την προσωπικότητα, τα βιώματα, αλλά και με μια βαθύτερη ανθρώπινη ικανότητα σύνδεσης με τον άλλον. Η ενσυναίσθηση, όπως λέει, είναι σε έναν βαθμό και ταλέντο. «Η ενσυναίσθηση είναι ένα ταλέντο, δεν το έχουν όλοι. Δεν θα μπορούσαμε να απαιτούμε από όλους τους ανθρώπους να έχουν το ίδιο επίπεδο ενσυναίσθησης».

