Ο πολιτικός επιστήμονας και διεθνολόγος Δρ. Κωνσταντίνος Μπαλωμένος, αποκρυπτογραφεί τη συνάντηση κορυφής, εξηγώντας γιατί η κίνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη να θέσει τόσο ξεκάθαρα την άρση του casus belli στον Τούρκο Πρόεδρο, είναι κομβικής σημασίας. Επίσης, αναλύει τα επόμενα βήματα, την επιρροή των ΗΠΑ στα ελληνοτουρκικά, καθώς και το τι πρέπει να αναμένουμε για το Κυπριακό.
Αναλυτικά η συνέντευξη:

Τι αίσθηση αποκομίσατε από τη νέα συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν; Πώς κρίνετε την κίνηση του Ελληνα Πρωθυπουργού να θέσει τόσο εμφατικά, έστω και με διπλωματικά λόγια, την άρση του casus belli;
Η συνάντηση επιβεβαιώνει ότι Ελλάδα και Τουρκία διανύουν μια περίοδο «ήρεμων νερών», κατά την οποία ο διάλογος λειτουργεί πρωτίστως ως μηχανισμός αποτροπής εντάσεων και κλιμάκωσης και δευτερευόντως ως εργαλείο επίλυσης διαφορών. Η ύπαρξη σταθερών διαύλων επικοινωνίας, αποτελεί κρίσιμο παράγοντα σταθερότητας, καθώς η ιστορική εμπειρία από κρίσεις όπως του 1987 και του 2020, έχει δείξει ότι όταν αυτοί διακόπτονται, αυξάνεται κατακόρυφα ο κίνδυνος έντασης ή ακόμη και ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Επίσης, η επιλογή του Πρωθυπουργού κ. Κυριάκου Μητσοτάκη να θέσει το ζήτημα του casus belli, έχει ιδιαίτερη σημασία.
Πρόκειται για μια διαχρονική απειλή χρήσης βίας που αντίκειται στον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ και υπονομεύει κάθε προσπάθεια οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Το γεγονός ότι για πρώτη φορά τέθηκε σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο, ενισχύει τη θεσμική θέση της Ελλάδας και επαναφέρει στο προσκήνιο μια βασική αρχή της διεθνούς νομιμότητας: ο διάλογος δεν μπορεί να διεξάγεται υπό καθεστώς απειλών.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, παρά τις κατά καιρούς εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις και την κριτική που ασκείται στην κυβέρνηση για τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η ανάδειξη του συγκεκριμένου ζητήματος απευθείας στον Τούρκο Πρόεδρο, συνιστά κίνηση υψηλού πολιτικού συμβολισμού και στρατηγικής βαρύτητας. Διαχρονικά, άλλωστε, οι ελληνικές κυβερνήσεις το αντιμετώπιζαν κυρίως ως διπλωματικό ζήτημα χαμηλότερης δημοσιότητας και όχι ως κορυφαίο πολιτικό ζήτημα που συνδέεται άμεσα με τη διεθνή νομιμότητα και την αποτροπή.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Τελικά, κάνει καλά ο Κυριάκος Μητσοτάκης που συναντά τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, παρά το γεγονός ότι υπάρχει αντίθετη άποψη;
Όπως προανέφερα, η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η απουσία διαλόγου αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο ατυχημάτων και ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Ο διάλογος μεταξύ χωρών με σοβαρές και βαθιές διαφορές, δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά αναγνωρισμένο εργαλείο στρατηγικής σταθερότητας.
Άλλωστε, ακόμη και κράτη που βρίσκονται σε κατάσταση ένοπλης σύγκρουσης διατηρούν διαύλους επικοινωνίας. Το βλέπουμε σήμερα χαρακτηριστικά στην περίπτωση της Ρωσίας και της Ουκρανίας, όπου παρά τη συνεχιζόμενη σύγκρουση, πραγματοποιούνται επαφές με στόχο τη διαμόρφωση προϋποθέσεων ειρηνευτικής διαδικασίας.
Επίσης, η διεθνής πρακτική επιβεβαιώνει ότι η επικοινωνία και ο διάλογος αποτελεί βασικό μηχανισμό συνεννόησης και διαχείρισης κρίσεων.
Συνεπώς, η Ελλάδα δεν επιδεικνύει αδυναμία ή υποχωρητικότητα όταν συνομιλεί με την Τουρκία. Αντιθέτως, χρησιμοποιεί τον διάλογο ως εργαλείο αποκλιμάκωσης των εντάσεων, διαχείρισης κρίσεων και ταυτόχρονα ενίσχυσης της αποτροπής. Ωστόσο, αυτό ισχύει υπό μία κρίσιμη προϋπόθεση: ο διάλογος πρέπει να συνοδεύεται από ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα και σαφή εθνική στρατηγική.
Υπό το πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα οφείλει να συνομιλεί με την Τουρκία διασφαλίζοντας ότι η προσέγγιση αυτή δεν θα υπονομεύσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα ούτε θα δημιουργήσει αμφιβολίες για τη θέληση και την ικανότητά της να τα υπερασπιστεί. Η ισορροπία ανάμεσα στον διάλογο και την αποτροπή αποτελεί τον πυρήνα μιας ώριμης, υπεύθυνης και αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής.
Παράλληλα, αξίζει να επισημανθεί ότι, παρά το γεγονός πως σήμερα διατυπώνονται αντίθετες απόψεις και πολλοί εκφράζουν αμφιβολίες για τη χρησιμότητα του διαλόγου, η εμπειρία δείχνει ότι όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως πολιτικής κατεύθυνσης, διατηρούσαν επαφές και πραγματοποιούσαν συναντήσεις με την τουρκική ηγεσία. Σε αρκετές περιπτώσεις, μάλιστα, οι συναντήσεις πραγματοποιούνταν, ενώ καταγράφονταν μπαράζ παραβιάσεων και εντάσεων στο Αιγαίο.
Στη σημερινή συγκυρία, αντιθέτως, οι επαφές διεξάγονται σε περιβάλλον σχετικής αποκλιμάκωσης και η Ελλάδα εισέρχεται στον διάλογο από θέση ισχύος, γεγονός που δημιουργεί ευνοϊκότερες συνθήκες για τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών διαφορών και την προώθηση των εθνικών επιδιώξεων.
Πιστεύετε ότι είναι έτοιμες οι δύο χώρες να συζητήσουν πιο ουσιαστικά σχετικά με την ΑΟΖ ή απλώς θα μείνουμε σε κλίμα ήρεμων νερών, περιμένοντας να ωριμάσουν περισσότερο οι συνθήκες;

Η διαφορά σχετικά με την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών αποτελεί το μοναδικό ζήτημα που, σύμφωνα με την ελληνική θέση, μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διεθνούς δικαστικής επίλυσης. Ωστόσο, στη σημερινή συγκυρία δεν φαίνεται ότι έχουν διαμορφωθεί οι αναγκαίες πολιτικές και στρατηγικές προϋποθέσεις για ουσιαστική διαπραγμάτευση.
Η Τουρκία εξακολουθεί να συνδέει το ζήτημα με ευρύτερες διεκδικήσεις στο Αιγαίο, ενώ η Ελλάδα επιμένει σταθερά στην εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας ως τη μοναδική αποδεκτή νομική βάση επίλυσης της διαφοράς.
Παράλληλα, έχει ιδιαίτερη σημασία ότι από τουρκικής πλευράς διατυπώθηκαν δημόσια τοποθετήσεις σύμφωνα με τις οποίες οι διαφορές μεταξύ των δύο χωρών δεν είναι ακατόρθωτο να επιλυθούν, ενώ υπήρξε και αναφορά από τον Πρόεδρο κ. Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ότι η επίλυση των διαφορών θα πρέπει να κινηθεί στο πλαίσιο των κανόνων του διεθνούς δικαίου.
Τέτοιες τοποθετήσεις, εφόσον συνοδευτούν από συνέπεια λόγων και πράξεων, μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση ευνοϊκότερου περιβάλλοντος διαλόγου και συνεργασίας. Σε κάθε περίπτωση, είναι πιθανό στο άμεσο μέλλον να δημιουργηθούν οι κατάλληλες πολιτικές και γεωστρατηγικές συνθήκες που θα επιτρέψουν την έναρξη πιο ουσιαστικών συνομιλιών για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών.
Πόσο πιέζει ή δεν πιέζει η παρουσία Τραμπ και τις δύο χώρες, ώστε να λύσουν τα προβλήματα που έχουν;

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαχρονικά επιδιώκουν τη διατήρηση της σταθερότητας στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, καθώς η περιοχή αποτελεί κρίσιμο γεωστρατηγικό χώρο για τη συνοχή της Συμμαχίας και τη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων. Ωστόσο, η σχετική αποκλιμάκωση που παρατηρείται στις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν μπορεί να αποδοθεί σε αμερικανικές πιέσεις.
Η πολιτική των «ήρεμων νερών» έχει εδραιωθεί πριν από την ανάληψη της διακυβέρνησης των ΗΠΑ από τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και συνδέεται άμεσα με τη Διακήρυξη των Αθηνών, η οποία σηματοδότησε τη βούληση των δύο πλευρών να διαμορφώσουν ένα πιο σταθερό πλαίσιο διαλόγου και συνεννόησης.
Ειδικότερα, η βελτίωση του κλίματος στις διμερείς σχέσεις αποτελεί κυρίως αποτέλεσμα πολιτικής επιλογής των δύο ηγετών, του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, οι οποίοι αναγνωρίζουν ότι σε ένα ιδιαίτερα ασταθές και μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον, η διατήρηση ενός ελάχιστου πλαισίου συνεννόησης εξυπηρετεί τα στρατηγικά συμφέροντα και των δύο χωρών.
Σε κάθε περίπτωση, οι διεθνείς παράγοντες μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά ή διευκολυντικά στον διάλογο, όμως η ουσία των ελληνοτουρκικών διαφορών παραμένει βαθιά ριζωμένη και μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο μέσω άμεσης διαπραγμάτευσης και πολιτικής βούλησης από τις δύο πλευρές.
Αποτιμώντας, γενικότερα, τους χειρισμούς της ελληνικής κυβέρνησης στα ελληνοτουρκικά, πώς την κρίνετε; Κάποια στιγμή, είχε ακουστεί το «Mitsotakis γιοκ» και τώρα ακούστηκε το «πολύτιμος φίλος Κυριάκος».

Σε ό,τι αφορά στη συνολική αποτίμηση των χειρισμών της ελληνικής κυβέρνησης στα ελληνοτουρκικά, θα έλεγα ότι η προσέγγιση που ακολουθείται κινείται στη λογική της διατήρησης ήπιου κλίματος και της αποφυγής εντάσεων.
Αυτό, ως επιλογή, έχει μια θετική διάσταση, καθώς μειώνει τον κίνδυνο κρίσεων ανάμεσα στις δύο χώρες και παράλληλα, δημιουργεί συνθήκες διαλόγου, συνεννόησης και συνεργασίας.
Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί, ότι η στρατηγική αυτή δεν είναι μονοδιάστατη, αλλά συνοδεύεται από συστηματική ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της Ελλάδας, προάσπιση των ελληνικών θέσεων και απτά αποτελέσματα ως προς τον περιορισμό της έντασης και των αναθεωρητικών πιέσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία και τα μηνύματα που εκπέμπονται σε πολιτικό και συμβολικό επίπεδο από την Τουρκία. Το γεγονός ότι στο παρελθόν ακούστηκαν αναφορές όπως το «Mitsotakis γιοκ», ενώ σήμερα χρησιμοποιούνται εκφράσεις όπως «πολύτιμος φίλος Κυριάκος», καταδεικνύει μεταβολή του κλίματος και της ρητορικής προσέγγισης, στοιχείο που συμβάλλει στη διαμόρφωση ευνοϊκότερων συνθηκών διαλόγου.
Συνολικά, η στρατηγική που ακολουθεί η ελληνική κυβέρνηση και προσωπικά ο Πρωθυπουργός κ. Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να αξιολογηθεί ως επιτυχής, καθώς έχει ήδη αποδώσει μετρήσιμα αποτελέσματα στη μείωση της έντασης και στη δημιουργία ενός σταθερότερου πλαισίου επικοινωνίας μεταξύ των δύο χωρών.
Το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια έχουν περιοριστεί σημαντικά οι παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου, η συχνότητα σοβαρών κρίσεων στο Αιγαίο, ότι έχουν αποκατασταθεί σταθεροί δίαυλοι επικοινωνίας και ότι οι επαφές πραγματοποιούνται σε περιβάλλον σχετικής αποκλιμάκωσης, αποδεικνύει πως ο συνδυασμός διαλόγου και ενίσχυσης της αποτρεπτικής ισχύος αποτελεί μια ρεαλιστική και αποτελεσματική στρατηγική επιλογή.
Η προσέγγιση αυτή δεν στηρίζεται σε λογικές κατευνασμού, αλλά σε μια ισορροπημένη στρατηγική που επιδιώκει τη διατήρηση της σταθερότητας, την ενίσχυση της διεθνούς θέσης της Ελλάδας και τη διασφάλιση των εθνικών συμφερόντων σε ένα ιδιαίτερα ασταθές γεωπολιτικό περιβάλλον.
Πόσο ρόλο παίζει στα ελληνοτουρκικά η ανάγκη της Τουρκίας να μπει στο πρόγραμμα SAFE, αλλά και η ενδυνάμωση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας μας;

Η Τουρκία επιδιώκει να διατηρήσει και να ενισχύσει τη θέση της στο δυτικό σύστημα ασφάλειας, ιδιαίτερα σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων και αναδιαμόρφωσης της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής άμυνας. Η συμμετοχή της σε ευρωπαϊκά προγράμματα αμυντικής συνεργασίας αποτελεί στρατηγική επιλογή για την Άγκυρα, καθώς συνδέεται άμεσα με τη βιωσιμότητα και τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας, η οποία αποτελεί βασικό πυλώνα της γεωπολιτικής και οικονομικής της ισχύος.
Το γεγονός ότι απορρίφθηκε η συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα SAFE, με ουσιαστική διπλωματική κινητοποίηση της Ελλάδας, συνιστά εξέλιξη με σημαντικές στρατηγικές προεκτάσεις. Η απόφαση αυτή, παρά τις επιφυλάξεις και τις έντονες εσωτερικές επικρίσεις που είχαν διατυπωθεί κατά καιρούς ως προς τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, επιβεβαιώνει ότι η ελληνική διπλωματία διαθέτει την ικανότητα να επηρεάζει κρίσιμες ευρωπαϊκές αποφάσεις ασφάλειας και άμυνας.
Ταυτόχρονα, η εξέλιξη αυτή δημιουργεί ένα σαφές μήνυμα προς την Άγκυρα ότι η συμμετοχή της σε ευρωπαϊκά αμυντικά σχήματα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη, αλλά συνδέεται άμεσα με τον σεβασμό των αρχών καλής γειτονίας, της αποφυγής απειλής χρήσης βίας και της συμμόρφωσης με το διεθνές δίκαιο.
Συγκεκριμένα, η συζήτηση για ενδεχόμενη συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα SAFE δημιουργεί ένα πρόσθετο πλαίσιο κινήτρων και προϋποθέσεων.
Για παράδειγμα, η άρση αναθεωρητικών θέσεων, όπως η απειλή χρήσης βίας και το casus belli, θα μπορούσε να αποτελέσει βασικό στοιχείο για τη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος εμπιστοσύνης που θα επιτρέψει βαθύτερη συνεργασία.
Υπό αυτή την έννοια, η απόρριψη της συμμετοχής της Τουρκίας στο πρόγραμμα SAFE δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική ή διαδικαστική εξέλιξη, αλλά έναν σημαντικό γεωπολιτικό παράγοντα που επηρεάζει τον σχεδιασμό της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας και περιορίζει τις δυνατότητες ευρωπαϊκής τεχνολογικής και βιομηχανικής της ενσωμάτωσης.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο ρόλος της Ελλάδας αποκτά ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς αποτελεί κράτος-μέλος της ευρωπαϊκής αμυντικής αρχιτεκτονικής και ταυτόχρονα βασικό παράγοντα σταθερότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, η ενίσχυση της αποτρεπτικής της ισχύος λειτουργεί ως παράγοντας σταθερότητας και ασφάλειας στην περιοχή, όχι με στόχο τη σύγκρουση, αλλά τη δημιουργία συνθηκών όπου ο διάλογος μπορεί να διεξάγεται σε περιβάλλον ασφάλειας, ισοτιμίας και αμοιβαίου σεβασμού.
Πώς μπορεί να συνδυάσει η Ελλάδα την πίστη στο διεθνές δίκαιο, αλλά και το δόγμα Τραμπ; Ποια πρέπει να είναι η στάση της στη Γάζα και πώς πρέπει να αντιμετωπίσει τις προσκλήσεις από τον Τραμπ στο Συμβούλιο Ειρήνης;
Η Ελλάδα έχει ως θεμέλιο της εξωτερικής της πολιτικής το διεθνές δίκαιο και τις πολυμερείς συνεργασίες.Παρά τις τελευταίες εξελίξεις που θέτουν υπό αμφισβήτηση το πολυμερές σύστημα παγκόσμιας διακυβέρνησης και την rules-based διεθνή τάξη υπέρ του δίκαιου του ισχυρού, η στρατηγική αυτή επιλογή παραμένει ακλόνητη και δεν αναιρείται.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα οφείλει να συνδυάζει τον θεσμικό της προσανατολισμό με ισχυρή αποτρεπτική ικανότητα, ενεργό συμμετοχή σε διεθνείς πρωτοβουλίες ειρήνης και σταθερότητας, και ρεαλιστική διαχείριση γεωπολιτικών κινδύνων. Η ισορροπία ανάμεσα στις αρχές του διεθνούς δικαίου και στην ισχύ συνιστά τον πυρήνα μιας υπεύθυνης, αποτελεσματικής και στρατηγικά συνεπούς εξωτερικής πολιτικής.
Όσον αφορά τις προσκλήσεις του Αμερικανού Προέδρου κ. Τράμπ για τη συμμετοχή της Ελλάδας στο Συμβούλιο Ειρήνης για τη Γάζα, η Ελλάδα θα πρέπει να τη δει ως ευκαιρία ενεργούς διπλωματίας και διεθνούς προβολής, όχι ως υποχρέωση υποχωρητικότητας. Η συμμετοχή σε τέτοιες πρωτοβουλίες δίνει τη δυνατότητα να ενισχυθεί ο ρόλος της χώρας ως παράγοντας σταθερότητας, να αναδειχθεί η προσήλωση της στο διεθνές δίκαιο και να δημιουργηθούν δίαυλοι διαλόγου που μπορούν να συμβάλουν σε ειρηνευτικές διαδικασίες, πάντα σε συνδυασμό με σαφή στρατηγική αποτροπής και εθνικής ασφάλειας.
Θεωρείτε ότι μπορούν να επανεκκινήσουν οι συζητήσεις για το κυπριακό από εκεί που είχαν σταματήσει στο Κραν Μοντανά;

Το Κυπριακό παραμένει ένα ιδιαίτερα σύνθετο ζήτημα. Η επανεκκίνηση των συνομιλιών είναι εφικτή μόνο εφόσον υπάρχει κοινή βάση διαπραγμάτευσης στο πλαίσιο των αποφάσεων του ΟΗΕ, που αναγνωρίζουν τις αρχές της κυριαρχίας, της ακεραιότητας και της πολιτικής ισότητας των δύο κοινοτήτων. Παράλληλα, για να υπάρξει ουσιαστική πρόοδος, απαιτείται συντονισμός με τους διεθνείς εταίρους, καθώς και διασφάλιση ότι οποιαδήποτε λύση δεν θα θέτει σε κίνδυνο τα θεμελιώδη κυριαρχικά συμφέροντα της Κύπρου.
Υπό τις σημερινές συνθήκες, το κρίσιμο δεν είναι απλώς να ξεκινήσει ο διάλογος, αλλά να διασφαλιστεί ότι οποιαδήποτε διαδικασία επανεκκίνησης των συνομιλιών θα βασίζεται σε πραγματικές προϋποθέσεις για ειρηνική και βιώσιμη λύση, προστατεύοντας τα κυριαρχικά δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και προλαμβάνοντας μονομερείς ενέργειες που θα υπονόμευαν την σταθερότητα στην περιοχή.

