Ο Αντώνης Μαυρόπουλος, ένας από τους πλέον έμπειρους ειδικούς στη διαχείριση απορριμμάτων διεθνώς, μιλά στο ET Magazine χωρίς περιστροφές: για τη «μαύρη τρύπα» της ελληνικής περιβαλλοντικής διαχείρισης, για τα μικροπλαστικά που ήδη βρίσκονται μέσα μας, για την περιβαλλοντική αποικιοκρατία που ακολούθησε το κλείσιμο της Κίνας στα δυτικά απόβλητα και για τη μεγάλη ψευδαίσθηση της «πράσινης ανάπτυξης».

Η συζήτηση δεν αφορά απλώς την ανακύκλωση ή τις ευρωπαϊκές οδηγίες. Αφορά το κατά πόσο έχουμε κατανοήσει ότι το σημερινό παραγωγικό και καταναλωτικό μοντέλο δεν δημιουργεί μόνο σκουπίδια γύρω μας — δημιουργεί ένα νέο, πλαστικό και τοξικό περιβάλλον μέσα στο οποίο καλούμαστε να ζήσουμε.
1. Ξεκινώντας από τα του οίκου μας, ποια θεωρείτε τη “μαύρη τρύπα” της περιβαλλοντικής διαχείρισης στην Ελλάδα σήμερα; Πόσο αποτελεσματικές είναι τελικά οι πολιτικές της ΕΕ και της κυβέρνησης όταν, παρά τα κονδύλια και τις οδηγίες, βλέπουμε ακόμα να απειλείται η ποιότητα του περιβάλλοντος από βιομηχανικές και αστικές δραστηριότητες;
Η “μαύρη τρύπα” είναι αναμφίβολα η εμμονή μας στην ταφή των απορριμμάτων και η αδυναμία μας να περάσουμε από τη θεωρία και τα λόγια περί ανακύκλωσης στην πράξη της κυκλικής οικονομίας. Στην Ελλάδα, το 2026, εξακολουθούμε να θάβουμε τη συντριπτική πλειοψηφία των υλικών μας. Η ανακύκλωση είναι στάσιμη και σε κάποια ρεύματα οπισθοχωρεί εδώ και 6-7 χρόνια,. Η χώρα δεν είναι καν σε θέση να ανακοινώσει αξιόπιστα νούμερα για το πόσο και τι ανακυκλώνεται. Οι απολύτως καινούριες αναγκαίες υποδομές επεξεργασίας των απορριμμάτων προχωράνε πιο αργά και από χελώνα. Και το ΕΣΠΑ 2021-2027 θα αποδειχθεί άλλη μία μεγάλη χαμένη ευκαιρία. Όσον αφορά την αποτελεσματικότητα των πολιτικών, έχουμε νομοθεσία επιπέδου Σουηδίας και εφαρμογή επιπέδου Τρίτου Κόσμου. Η ποιότητα του αέρα και του νερού απειλείται όχι επειδή δεν έχουμε νόμους, αλλά επειδή πάσχουμε από ελλειμματική περιβαλλοντική διακυβέρνηση. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί είναι υποστελεχωμένοι και συχνά ανίσχυροι απέναντι σε ισχυρά συμφέροντα. Βλέπουμε την περιβαλλοντική συμμόρφωση ως “διοικητικό βάρος” και όχι ως προϋπόθεση επιβίωσης. Όσο αντιμετωπίζουμε το περιβάλλον ως έναν απέραντο κάδο που μπορεί να απορροφήσει τα πάντα, καμία οδηγία και κανένα κονδύλι δεν θα είναι αρκετό.
Έτσι έχουμε το παράδοξο να έχουμε όλο και περισσότερη και αυστηρότερη νομοθεσία για το περιβάλλον, να πληρώνουμε όλο και περισσότερα για διαχείριση απορριμμάτων, λυμάτων και νερού και ταυτόχρονα να χειροτερεύει η πραγματική κατάσταση του περιβάλλοντος.

2. Κυκλοφορεί ο σοκαριστικός ισχυρισμός ότι “καταπίνουμε μια πιστωτική κάρτα την εβδομάδα” σε μικροπλαστικά. Πόσο επιστημονικά τεκμηριωμένο είναι αυτό το σενάριο και ποιες είναι οι κύριες πύλες εισόδου στον οργανισμό μας;
Τα μικροπλαστικά είναι ένας από τους πλέον σημαντικούς νέους ρύπους στους οποίους πρέπει να στραφεί η προσοχή μας. Και η αλήθεια είναι ότι έχουμε πολλές έρευνες που αποδεικνύουν ότι βρίσκονται παντού. Στη γη έχουμε μικροπλαστικά στα πλέον απομονωμένα μέρη του κόσμου, από την κορυφή του Έβερεστ μέχρι τα βάθη της τάφρου των Μαριαννών. Πρόσφατα, στην Ελλάδα, άκουσα για μία έρευνα της σχολής Μεταλλειολόγων του ΕΜΠ που εντόπισε μικροπλαστικά στη Δρακολίμνη της Τύμφης, σε καρστικά σπήλαια αλλά και στον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα.
Υπάρχουν εκατοντάδες μελέτες για την ύπαρξη μικροπλαστικών στο σώμα μας, από τον πλακούντα εγκύων μέχρι το αίμα και το συκώτι μας. Ωστόσο χρειάζεται μία προσοχή. Πρόσφατες εργασίες σημειώνουν μεθοδολογικά προβλήματα σε αρκετά πειράματα εντοπισμού μικροπλαστικών στο σώμα μας και ακόμα δεν έχουμε ολοκληρωμένες μελέτες για το ποιες τελικά είναι οι επιπτώσεις στην υγεία μας. Επομένως υπάρχει σοβαρό πρόβλημα, αλλά ακόμα δεν ξέρουμε πόσο σοβαρό είναι και ποιες ακριβώς επιπτώσεις θα έχει.
Ο ισχυρισμός για την “πιστωτική κάρτα” (περίπου 5 γραμμάρια) προέρχεται από μια μελέτη του Πανεπιστημίου του Newcastle για λογαριασμό της WWF το 2019. Αυτός ο αριθμός είναι μια εκτίμηση μέσου όρου και όχι απόλυτο δεδομένο για κάθε άνθρωπο. Υπάρχουν μεταγενέστερες έρευνες που δείχνουν ότι η ποσότητα μπορεί να είναι μικρότερη. Όμως, ας μην αφήσουμε την αριθμητική να κρύψει την ουσία: το γεγονός ότι συζητάμε για το “πόσο” και όχι για το “αν” τρώμε πλαστικό, είναι από μόνο του εφιαλτικό.
Οι πύλες εισόδου των μικροπλαστικών στον οργανισμό μας είναι παντού, και συχνά εκεί που δεν το περιμένουμε. Το νερό είναι μία βασική πηγή, και εδώ υπάρχει μια τραγική ειρωνεία. Το εμφιαλωμένο νερό, που πολλοί επιλέγουν για “καθαρότερο”, περιέχει συχνά διπλάσια μικροπλαστικά από το νερό της βρύσης, λόγω της ίδιας της συσκευασίας του. Επιπλέον τα μικροπλαστικά αιωρούνται και επομένως εισπνέουμε ίνες από τα συνθετικά μας ρούχα και σκόνη από τη φθορά των ελαστικών στους δρόμους. Τέλος, λαμβάνουμε μικροπλαστικά μέσω της τροφής, κυρίως από ψάρια κα οστρακοειδή (που φιλτράρουν το νερό).

3. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι: το 90% των θαλασσοπουλιών έχει ήδη πλαστικό στο στομάχι του, με τις προβλέψεις για το 2050 να μιλούν για σχεδόν καθολική μόλυνση. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό για την ισορροπία των ωκεανών; Έχουμε ξεπεράσει το σημείο χωρίς επιστροφή; Θα φτάσουμε στο σημείο να τρώμε τελικά τα σκουπίδια μας μέσω της τροφικής αλυσίδας;
Αυτά τα νούμερα περιγράφουν μια εξελικτική παγίδα που στήσαμε οι ίδιοι. Πρακτικά, το ότι το 90% των θαλασσοπουλιών έχει πλαστικό στο στομάχι του σημαίνει ότι έχουμε εισάγει έναν νέο, τοξικό παράγοντα στη φυσική επιλογή. Αυτό που συμβαίνει είναι ένας “θάνατος από ψευδαίσθηση πληρότητας”. Τα πουλιά τρώνε πλαστικό, το στομάχι τους στέλνει σήμα ότι είναι γεμάτο, σταματούν να τρέφονται και τελικά πεθαίνουν από ασιτία ή αφυδάτωση, ενώ είναι “χορτάτα”. Επιπλέον, το πλαστικό λειτουργεί ως “χημικός δούρειος ίππος”: απορροφά τοξίνες από τη θάλασσα και τις απελευθερώνει στον οργανισμό του πουλιού, δηλητηριάζοντας ουσιαστικά όλη την τροφική αλυσίδα από την κορυφή προς τα κάτω.
Όσον αφορά το σημείο χωρίς επιστροφή: Ναι, για τα πλαστικά που είναι ήδη μέσα, το έχουμε ξεπεράσει. Δεν υπάρχει τρόπος να “σουρώσουμε” τους ωκεανούς από τα μικροπλαστικά. Ωστόσο, το 2050 δεν είναι νομοτέλεια, είναι προειδοποίηση. Αν κλείσουμε τη στρόφιγγα σήμερα, η φύση έχει δικούς της μηχανισμούς ανάκαμψης. Αν όμως συνεχίσουμε με τους τρέχοντες ρυθμούς, όπου η παραγωγή πλαστικού αναμένεται να διπλασιαστεί, τότε δεν μιλάμε απλώς για ρύπανση, αλλά για γεωχημική αλλοίωση των ωκεανών.
Τρώμε λοιπόν τα σκουπίδια μας; Θα μπορούσε κάποιος να το θέσει και έτσι. Ωστόσο θεωρώ ότι δεν είναι μόνο πρόβλημα ανακύκλωσης η διαχείρισης απορριμμάτων. Είναι πολύ βαθύτερο. Οι κοινωνίες μας είναι απολύτως εξαρτημένες από το πλαστικό ως βασική πρώτη ύλη. Στην πραγματικότητα δημιουργούμε και διαρκώς επεκτείνουμε ένα τεράστιο πλαστικό χωροδικτύωμα εντός του οποίου εξελίσσεται η ζωή μας. Χρησιμοποιούμε τόσο πολύ πλαστικό και σε τόσες διαφορετικές εφαρμογές που τελικά το καθιστούμε στοιχείο της φύσης, όπως αυτή η φύση συνδιαμορφώνεται από τον άνθρωπο. Και αφού κάνουμε το πλαστικό στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος, αναπόφευκτα αυτό επιστρέφει στο πιάτο μας.
4. Μετά το κλείσιμο της πόρτας από την Κίνα το 2018, βλέπουμε χώρες της Αφρικής και της ΝΑ Ασίας να μετατρέπονται σε χωματερές της Δύσης. Είμαστε άραγε μάρτυρες μιας σύγχρονης “περιβαλλοντικής αποικιοκρατίας”;
Ως το 2018, η Κίνα ήταν ο παγκόσμιος αποδέκτης πλαστικών αποβλήτων. Η ΕΕ, οι ΗΠΑ και η Αυστραλία έστελναν εκατοντάδες χιλιάδες τόνους πλαστικού «για ανακύκλωση» στην Κίνα. Όλοι γνωρίζαμε ότι μεγάλο μέρος αυτών των πλαστικών δεν μπορούσαν να ανακυκλωθούν και χρησιμοποιούνταν ως φτηνό καύσιμο, με τεράστιες περιβαλλοντικές επιπτώσεις. Παρόλα αυτά, προσμετράγαμε στο ποσοστό ανακύκλωσης πλαστικών και τις καραβιές που πήγαινα στην Κίνα και καμαρώναμε για την πρόοδο των δεικτών. Ωστόσο μετά το 2018, η Κίνα αποφάσισε να δώσει βάρος στην ανάπτυξη της εγχώριας βιομηχανίας ανακύκλωσης και με την πολιτική “National Sword” έθεσε νέα, πολύ αυστηρότερα ποιοτικά κριτήρια για να δέχεται πλαστικά απόβλητα από άλλες χώρες.
Τι έγινε λοιπόν; Τα πλαστικά που στέλναμε στην Κίνα ήταν πλαστικά που οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες δεν μπορούσαν (λόγω τεχνικών προβλημάτων) ή και δεν ήθελαν να ανακυκλώσουν (λόγω κόστους). Επειδή αυτό δεν άλλαξε, οι καραβιές των πλαστικών απλώς άλλαξαν διαδρομή. Μετατοπίστηκαν βίαια προς χώρες με ασθενέστερες ρυθμίσεις και απουσία ελεγκτικών μηχανισμών, όπως η Μαλαισία, το Βιετνάμ, η Τουρκία και κράτη της Αφρικής.
Πρόκειται ξεκάθαρα για περιβαλλοντική αποικιοκρατία. Οι πλούσιες χώρες εξάγουν το πρόβλημά τους για να διατηρούν “καθαρές” τις δικές τους αυλές, εκμεταλλευόμενες την οικονομική ανάγκη του αναπτυσσόμενου κόσμου. Στέλνουμε τοξικά φορτία βαφτισμένα ως “ανακυκλώσιμα”, γνωρίζοντας ότι οι χώρες υποδοχής δεν έχουν τις υποδομές να τα διαχειριστούν. Είναι μια στρατηγική “out of sight, out of mind” που αντί να εστιάσει στο μοντέλο της αλόγιστης κατανάλωσης και χρήσης των πλαστικών, μετατοπίζει γεωγραφικά το πρόβλημα σε άλλες χώρες. Και δυστυχώς, το ίδιο ακριβώς γίνεται και με τα απόβλητα ηλεκτρικού – ηλεκτρονικού εξοπλισμού, αλλά και με τα επικίνδυνα απόβλητα.

5. Κλείνοντας με τη μεγάλη εικόνα κ. Μαυρόπουλε: Μπορεί η τεχνολογική καινοτομία και η “πράσινη ανάπτυξη” των επιχειρήσεων να αναστρέψουν την κλιματική κρίση, ή μήπως η λύση απαιτεί μια ριζική αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου;
Νομίζω ότι πλέον έχουν μαζευτεί αρκετά στοιχεία που μας επιτρέπουν με ασφάλεια να πούμε ότι η “πράσινη ανάπτυξη”, όπως συχνά παρουσιάζεται, είναι μια μάλλον επικίνδυνη ψευδαίσθηση. Η υπόσχεση ότι μπορούμε να σώσουμε τον πλανήτη χωρίς να αλλάξουμε τίποτα στον τρόπο που καταναλώνουμε και χωρίς να σταματήσει η διαρκής μεγέθυνση της οικονομίας αποδεικνύεται ανεδαφική.
Αν, για παράδειγμα, αντικαταστήσουμε όλα τα συμβατικά αυτοκίνητα με ηλεκτρικά, αλλά συνεχίσουμε να παράγουμε και να αγοράζουμε περισσότερα Ι.Χ. κάθε χρόνο, απλώς μεταθέτουμε την περιβαλλοντική πίεση από την εξάτμιση στα ορυχεία λιθίου.
Φαίνεται, επίσης, ότι στη Δύση έχουμε περάσει σε μία φάση τεχνολογικού κορεσμού. Η διαρκής αύξηση της χρήσης νέων τεχνολογιών στην καθημερινότητα μας δεν οδηγεί σε περαιτέρω βελτίωση της ζωής μας. Αντίθετα σε αρκετές περιπτώσεις μάλλον την επιδεινώνει κάνοντας την πολύ ταχύτερη ή και εξαντλητική, μειώνοντας τον ελεύθερο μας χρόνο και δημιουργώντας επιπτώσεις στην ψυχική μας υγεία.
Χρειαζόμαστε μια νέα οικονομία που θα ιεραρχεί την κοινωνική ευημερία υψηλότερα από την αύξηση του ΑΕΠ. Μία τέτοια οικονομία απαιτεί δίκαιη αναδιανομή πόρων, απο-εμπορευματοποίηση βασικών αγαθών και μία στροφή της παραγωγής σε προϊόντα με μεγάλη διάρκεια, οικολογικό σχεδιασμό και χαμηλό περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Πρέπει να περάσουμε από την οικονομία της διαρκώς μεγαλύτερης κατανάλωσης στην οικονομία της συλλογικής κοινωνικής “επάρκειας”. Μόνο με αυτό τον τρόπο η περιβαλλοντική προστασία θα πάψει να είναι πολυτέλεια και θα γίνει θεμέλιο κοινωνικής δικαιοσύνης
Ειδήσεις Σήμερα
- Τι άλλο μπορώ να οδηγήσω με δίπλωμα αυτοκινήτου;
- Παύλος Ντε Γκρες: «Θέλω να είμαι χρήσιμος στη χώρα μου» – Τι λέει για το ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος
- Διάσκεψη Μονάχου: Οι Δημοκρατικοί παροτρύνουν την Ευρώπη να αντισταθεί στον Τραμπ
- Ηράκλειο: Ραγδαίες εξελίξεις στην υπόθεση της επίθεσης με βαριοπούλα κατά επιχειρηματία – Τα στοιχεία που «καίνε» προφυλακισμένο 29χρονο
- Κώτσηρας: Επιστρέφουμε στον πολίτη σημαντικό μέρισμα της καλής πορείας της οικονομίας

