Ακόμα και έτσι όμως, επαναφέρει στις σκέψεις και στα λόγια μας το κορυφαίο συναίσθημα του έρωτα. Τα παλαιότερα χρόνια, παρότι ο έρωτας ήταν περισσότερο πλατωνικός και ρομαντικός, δεν ήταν καθόλου ροζ όπως σήμερα, αλλά μάλλον γκρίζος όπως όλες οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες…

Αν θέλαμε να δώσουμε ένα περίγραμμα του έρωτα παλαιότερων εποχών, θα τον θεωρούσαμε μελαγχολικό, στηριζόμενο περισσότερο στην αναμονή και στην προσδοκία παρά στην ανταπόκριση, παραμένοντας στην πραγματικότητα ευσεβής πόθος και, όπως γίνεται πάντα σε αυτές τις περιπτώσεις, όσο περισσότερο ευσεβής τόσο μεγαλύτερος πόθος… Έτσι, αφού ιδανικοί έρωτες ήταν πάντα οι ανεκπλήρωτοι — άρα και ποτέ απομυθοποιημένοι — τότε κυριαρχούσαν τα κάθε είδους ερωτικά δράματα.
Υπήρχαν περίοδοι στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα που η ερωτική απόρριψη μπορούσε να οδηγήσει, χωρίς ιδιαίτερη σκέψη, την πληγμένη καρδιά στην αυτοκτονία: «Με τας πρώτας εαρινάς ημέρας είχομεν προχθές και την πρώτην αισθηματικήν αυτοκτονίαν. Οι νέοι αυτοκτονούν όπως κατά την παιδικήν των ηλικίαν, ηρνούντο να φάγουν δια να λυπήσουν τους γονείς των», έγραφε εφημερίδα τον Ιανουάριο του 1903, περιγράφοντας τους αυτόχειρες ως κακομαθημένα παιδιά που «τιμωρούν» με τον θάνατό τους όσους δεν τους κάνουν το χατίρι.

Την ίδια χρονιά ένα άλλο ερωτικό δράμα συντάραζε την αθηναϊκή κοινωνία, αναγκάζοντας τις εφημερίδες να αφιερώνουν αρκετές στήλες ώστε να περιγράψουν τον ανεκπλήρωτο έρωτα: «Ηγάπησεν ο ταλαίπωρος, φαίνεται, μικράν φιλάρεσκον, ήτις, αφού τον ενεθάρρυνε με αμφίβολα μειδιάματα και αορίστους ελπίδας, θα του απήντησε με την σκληρότητα την οποίαν εμπνέει ενίοτε εις το θήλυ η αφοσίωσις και υποδούλωσις του ανδρός: «Είσαι τρελός καημένε, να νομίζεις ότι μπορώ ν’ αγαπήσω εσένα!». Ο νεαρός, μη αντέχοντας τον χλευασμό του έρωτά του από την άκαρδη αγαπημένη, αποφάσισε ν’ αυτοκτονήσει «…όπως αυτοκτονούν οι ερωτευμένοι, δια να τον λυπηθεί μιαν φοράν τουλάχιστον η σκληρά εκείνη, δια να της δείξει ότι δεν είναι παιδαρέλι ανόητον, αλλά ανήρ, δυνάμενος να ερωτευθεί τόσον σοβαρώς, ώστε να θυσιάζει και την ζωήν του ακόμη εις τον έρωτα». Άφησε μάλιστα μια τελευταία επιστολή προς τη νεαρά, στην οποία, αφού έγραψε τον γνωστό ορισμό του έρωτα από τους «Άθλιους» του Βίκτορος Ουγκώ: «Ο έρως είναι ο ασπασμός των αγγέλων προς τα άστρα», υπέγραψε ως «Γιάννης ο Τρελός», αυτοπυροβολήθηκε στην καρδιά στο Β΄ Νεκροταφείο, αλλά ευτυχώς επέζησε και προσγειώθηκε απότομα από τα αστέρια στη γη κι από τον έρωτα στην πραγματικότητα.

Μπορεί η λέξη «έρωτας» και το νόημά της να είναι ίδια τότε και σήμερα, αλλά στην πραγματικότητα το πώς την αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι των δύο εποχών χωρίζεται όχι μόνο από έναν και πλέον αιώνα αλλά και από έναν ολόκληρο ωκεανό μελαγχολίας και ονειροπόλησης. Ο κοινωνιολόγος της εποχής Πλάτων Δρακούλης, σε άρθρο του στο περιοδικό «Έρευνα», θα αναφερθεί στο πώς όριζε ο ίδιος τον «ανώτερο έρωτα»: «Ο ανθρώπινος έρως είναι κατώτερος εφ’ όσον εκφαίνεται ως έρως ανθρωπόμορφου ζώου, ανώτερος δε εφ’ όσον εκφαίνεται ως έρως ανθρωπόμορφου αγγέλου. Η σταδιοδρομία του ανθρώπου είναι αναμφισβήτητος άνοδος από της περιωπής του ζώου, εις την περιωπήν του αγγέλου. Ο ανώτερος έρως είναι επακολούθημα της ανθρώπινης εξελίξεως».
Την ερωτική προσμονή «υποδαύλιζαν» τα λαϊκά έντυπα της εποχής, γράφοντας για παθιασμένους έρωτες, φλογερά φιλιά, ευγενείς νέους που θα έκαναν τα πάντα για να κατακτήσουν την καρδιά της αγαπημένης τους, ευαίσθητες ψυχές που περίμεναν τον σύγχρονο ιππότη και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να προκαλέσει νεανικούς αναστεναγμούς. Από την απόδοση του έρωτα με ρομαντικό–μελαγχολικό ύφος δεν ξέφευγαν ούτε οι περισσότεροι λογοτέχνες της περιόδου, όπως ο Ηλίας Βουτιερίδης στο παρακάτω ποίημά του:
Μη το χλωμό πρόσωπο κοιτάζεις
με τέτοιο μάτι, κόρη, πονεμένο
και συ στο κάθε βήμα μου τρομάζεις
μήπως με ιδείς εμπρός σου πεθαμένο.
Ακόμα και οι συναντήσεις των ερωτευμένων ζευγαριών αποτελούσαν μαρτύριο γι’ αυτά, για προφανείς λόγους. Η πόλη ήταν μικρή, τα απόμακρα ζαχαροπλαστεία ελάχιστα, κάτι που ανάγκαζε τα «άστεγα» ζευγαράκια να γίνονται εφευρετικότερα. Κάποια από αυτά είχαν ανακαλύψει «στέκια» που δεν θα μπορούσε να διανοηθεί κανείς πως θα αποτελούσαν «ερωτικές φωλιές», όπως π.χ. τα νεκροταφεία… «Διότι η σημερινή παραμονή του Ψυχοσάββατου συγκεντρώνει κάτω από τα πένθιμα κυπαρίσσια του νεκροταφείου σωρούς νεανίδων και νέων, οι οποίοι έρχονται εις το ιερόν αυτό μέρος δια να ορκισθούν πίστην μέχρι θανάτου. Εκεί, προ της πύλης, όποθεν θέλοντας και μη αντικρίζει έκαστος την αιωνιότητα, εκείνος και εκείνη, ο Μίμης και η Ελενίτσα σα να λέμε, θα παραδοθούν εις τας περιπαθεστέρας σκέψεις, αν δε τυχόν πλησίον των υπάρχει και καμία τριανταφυλλιά, διόλου απίθανο ν’ αναστατώσει τη συνάθροιση ένας διπλός πυροβολισμός».

Οι πλέον αποφασιστικοί ερωτευμένοι, μη αντέχοντας την προσμονή, επιχειρούσαν να κατακτήσουν το άλλο τους μισό με την προσφιλή τότε μέθοδο της απαγωγής. Το «θα έρθω να σε ζητήσω από τον πατέρα σου, και αν δεν σε δίνει θα σε κλέψω» αποτελούσε σταθερό επίλογο μιας ακόμα κλεφτής συνάντησης που διεκδικούσε την ολοκλήρωσή της. Κάποιοι πράγματι πραγματοποιούσαν την απειλή τους, με αποτέλεσμα σε όλη την επικράτεια να δημιουργούνται άπειρες σκηνές ελληνικής «άγριας δύσης», όπου ο τολμηρός αγαπημένος έκλεβε την κοπέλα, πολλές φορές χωρίς η ίδια να το γνωρίζει ή παρά τη θέλησή της.
Στην επαρχία αυτό γινόταν συνήθως όταν ο παράτολμος νέος απήγαγε την κόρη από τα χωράφια ανεβάζοντάς την στο άλογο, ενώ στην πόλη υπήρχαν περισσότερες εναλλακτικές λύσεις… Στις αρχές του προηγούμενου αιώνα δύο νεαροί εργάτες καιροφυλακτούσαν ν’ απαγάγουν νεαρή εργάτρια ώστε να την βάλουν στην άμαξα την ώρα που έφευγε από το εργοστάσιο μαζί με συναδέλφους της, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, αφού «…αι άλλοι συνοδοί της περικύκλωσαν την άμαξα και δια γενναίας αμύνης την απελευθέρωσαν, ενώ οι ατυχείς ερωτευμένοι ετρέποντο εις φυγήν».

![Αγιος Βαλεντίνος: Πόσο έχουν ανέβει οι τιμές για λουλούδια, τούρτες, δείπνο [πίνακας]](https://www.eleftherostypos.gr/wp-content/uploads/2026/02/14-27-f1-150x150-jpg.webp)