Μένει στην οδό Παλαιών Πατρών Γερμανού 18 και μεγαλώνει παίζοντας ανάμεσα στον Λευκό Πύργο και την οδό Τσιμισκή. Στο φτωχικό σπίτι της οικογένειας από την Κωνσταντινούπολη υπάρχει ένα παλιό γραμμόφωνο με μανιβέλα, από το οποίο λαμβάνει τα πρώτα της μουσικά ακούσματα. Τραγουδά μαζί με τα άλλα τρία αδέλφια της, ενώ ο πατέρας της προσπαθεί να της μάθει βαλς, ταγκό και άλλους χορούς της εποχής.

Δημιουργεί με τα παιδιά της γειτονιάς έναν παιδικό θίασο που παίζει θεατρικά σκετς. Όταν, μόλις έξι ετών, ανακοινώνει στον πατέρα της ότι θέλει να ασχοληθεί με το θέατρο, δέχεται ένα χαστούκι που δεν ξεχνά ποτέ.

Παρά την πατρική άρνηση, δεν πτοείται. Παίζει σε επιθεωρήσεις με μπουλούκια που γυρίζουν ανά τη χώρα. Στο τραγούδι στρέφεται όταν χρειάζεται να αντικαταστήσει την τραγουδίστρια του μπουλουκιού στη Χαλκίδα. Ερμηνεύει τη «Μαλαγένια» (παραδοσιακό φλαμένκο της Μάλαγας) στα γερμανικά, «από τη… Λιβαδειά», όπως θα πει αργότερα η ίδια.

Η μοίρα της αλλάζει το 1957, όταν στο μαγαζί όπου τραγουδούσε στη Θεσσαλονίκη εμφανίζονται ο Στέλιος Καζαντζίδης και ο Στέλιος Ζαφειρίου. Παρότι το μέχρι τότε ρεπερτόριό της περιλαμβάνει μόνο «ελαφρά» τραγούδια, ζητά από τον Καζαντζίδη να του πει δύο επιτυχίες του που αγαπούσε πολύ: «Η κοινωνία με κατακρίνει» και «Το πιο πικρό ψωμί». Η ερμηνεία της τον εντυπωσιάζει και, λίγους μήνες αργότερα όταν αυτός επιστρέφει για κάποιες εμφανίσεις στη Θεσσαλονίκη, την αναζητά για να του κάνει δεύτερη φωνή.

Η ίδια τόνιζε πάντα τον καθοριστικό ρόλο του στη ζωή και την καριέρα της: «Χωρίς να με συμβουλεύει τι να κάνω και τι όχι, εγώ, με τη δική μου αντίληψη, “έκλεψα” πολλά μυστικά της επιτυχίας του. Έμαθα άρθρωση και τόσα άλλα. Τον Στέλιο τον θαυμάζω πολύ. Δεν νόθεψε τίποτα».

Παρότι παντρεύεται δύο κορυφαία ονόματα της ελληνικής μουσικής (Στέλιος Καζαντζίδης – Τόλης Βοσκόπουλος), επιθυμεί οι γάμοι της να μείνουν μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας και σχεδόν το καταφέρνει. Στον πρώτο γάμο, με τον Καζαντζίδη (Μάιος 1964), διαρρέει ότι θα γίνει στον Άγιο Σώστη, όμως οι θαυμαστές που κατακλύζουν την εκκλησία απογοητεύονται, καθώς το μυστήριο πραγματοποιείται τελικά στην εκκλησία της Αγίας Βαρβάρας Χαλανδρίου, μεταξύ φίλων και γνωστών.

Ο δεύτερος γάμος, με τον Βοσκόπουλο (Νοέμβριος 1975), είναι ακόμη πιο εκκεντρικός, αφού το ζευγάρι παντρεύεται στο διαμέρισμά της στο Παγκράτι, παρουσία ελάχιστων φίλων. Η νύφη εμφανίζεται με μακριά φούστα και γιλέκο, ενώ ο γαμπρός φορά τζιν παντελόνι. Ο ιερέας, για να δικαιολογήσει την κατ’ οίκον τελετή, αναφέρει ότι είχε λάβει άδεια από την Αρχιεπισκοπή, με την αιτιολογία ότι οι θαυμαστές θα βεβήλωναν τον ναό.

Μπορεί να ακούγεται περίεργο, αλλά η ίδια έλεγε ότι το τραγούδι δεν ήταν το πάθος της· θεωρούσε όμως πως, αφού ήταν η δουλειά της, όφειλε να την κάνει με επαγγελματισμό. Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο είχε την ανάγκη συνεχών πειραματισμών. «Έκανα χρόνια ολόκληρα καθιστή σε λαϊκά πάλκα. Ξέρεις τι θα πει αυτό; Να πρήζονται τα πόδια σου, να πιάνεσαι ολόκληρη και να πρέπει να χαμογελάς και να κάνεις κέφι στον κόσμο. Σε όλη μου την τραγουδιστική καριέρα δεν έκανα τίποτα άλλο από το να δοκιμάζω κάτι καινούργιο. Το καινούργιο, γενικά, με ενθουσιάζει. Ξεκίνησα με καθαρά λαϊκό τραγούδι κι έφτασα να τραγουδώ τραγούδια του Ντέμη Ρούσου, εκατό τοις εκατό μοντέρνα για την εποχή τους. Δημοτικά τραγούδησα με τον Χατζή και, αν υπάρχει κάτι που δεν έχω τραγουδήσει ακόμη, είναι το ροκ. Ποιος ξέρει όμως; Ποτέ δεν είναι αργά. Άλλωστε, νέα είμαι ακόμη, έχω μέλλον».

Λάτρευε την ξένη μουσική, ιδίως τον Χάρι Μπελαφόντε και τη Σίρλεϊ Μπάσι. Άκουγε επίσης πολύ κλασική μουσική, κυρίως τον Βιβάλντι, τον Μπαχ και τον Λιστ. Αγαπημένο της τραγούδι ήταν το «Άνοιξε πέτρα» των Μίμη Πλέσσα – Λευτέρη Παπαδόπουλου. Τη συγκλόνιζε, γιατί της θύμιζε τον πρόωρο θάνατο του πατέρα της, τον οποίο δυσκολεύτηκε πολύ να ξεπεράσει. Είχε την αίσθηση πως ήταν ζωντανός και του μιλούσε καθημερινά.

Για τον ρόλο της γυναίκας σε μια σχέση, θεωρούσε ότι «για τον άνδρα μια γυναίκα πρέπει να είναι μάνα, αδελφή, φίλη, σύντροφος – αν κάνουν την ίδια δουλειά, συνεργάτης – γυναίκα, ερωμένη. Μα πάνω απ’ όλα, να δείχνει τρομερή κατανόηση».
Παρότι πολλοί έμαθαν για τη σχέση της με τον αθλητισμό μέσω της αγάπης της για την ομάδα μπάσκετ του Άρη τη δεκαετία του ’80, η ίδια ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60 δήλωνε ότι «πεθαίνει» για το ποδόσφαιρο, έχοντας ως αγαπημένες ομάδες τον ΠΑΟΚ και την ΑΕΚ.


Για το τέλος, αφήνουμε μια ανατριχιαστικά «προφητική» της συνέντευξη στο περιοδικό «Έψιλον» το καλοκαίρι του 1995. Σε αυτή μιλούσε για την αγωνία της μπροστά στην πρώτη της εμφάνιση στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, όχι ως ερμηνεύτρια, αλλά ως κορυφαία του χορού σε μουσικοθεατρική παράσταση βασισμένη σε τραγωδίες του Ευριπίδη.
«Αυτός ο χώρος, όπως και η Επίδαυρος, μου προκαλούσε πάντοτε δέος. Επιχειρώ μια ακόμη ανατροπή στην καριέρα μου. Κάτι ξεχωριστό με δένει με όσα κουβαλά αυτός ο χώρος. Καταλαβαίνω τι θα πάθω όταν βρεθώ εκεί πάνω… Προσπαθώ να μην το σκέφτομαι, για να μην φορτώσω από τώρα το στομάχι μου, γιατί δεν θα το αντέξω».
Πράγματι, 29 καλοκαίρια μετά, στο Ηρώδειο, η Μαρινέλλα πραγματοποιεί στον ίδιο χώρο την τελευταία της δημόσια εμφάνιση, στην πιο τραγική «παράσταση» της ζωής της.

