Ολα ξεκινούν το ανοιξιάτικο πρωινό της Δευτέρας 30 Μαρτίου 1870, όταν μία παρέα ξένων περιηγητών και διπλωματών αναχωρεί με δύο άμαξες από το ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» για να γνωρίσει την περιοχή όπου είχε διεξαχθεί η μάχη του Μαραθώνα. Τους συνοδεύουν ως οδηγός ο υπάλληλος του ξενοδοχείου και γνώστης της αγγλικής γλώσσας, Αλέξανδρος Ανεμογιάννης, ένας Ιταλός υπηρέτης και τέσσερις έφιπποι χωροφύλακες. Η συνοδεία της Χωροφυλακής θεωρείται από τους περιηγητές περισσότερο πράξη αβρότητας της ελληνικής Πολιτείας προς τους ξένους επισκέπτες, παρά ένδειξη ανησυχίας, αφού η κυβέρνηση Ζαΐμη διαβεβαιώνει ότι η ληστοκρατία αποτελεί περιφερειακό πρόβλημα της χώρας, ενώ στην Αττική η κατάσταση είναι πλήρως ελεγχόμενη.

Η πραγματικότητα, όμως, είναι εντελώς διαφορετική από εκείνην που η κυβέρνηση επιθυμεί να παρουσιάζει στο εξωτερικό. Ο Νομός Αττικής αποτελεί εφαλτήριο τουλάχιστον τριάντα ληστρικών συμμοριών, τις οποίες περιβάλλει ένα ιδιότυπο καθεστώς ημιπαρανομίας ή, για να το πούμε καλύτερα, ημινομιμότητας. Οι συμμορίες αυτές λειτουργούν ως ένοπλες ομάδες ασφαλείας μεγαλογαιοκτημόνων της Αττικής ή ως υπεύθυνοι «προστασίας» ξένων, όπως της δούκισσας της Πλακεντίας. Επίσης, οι ομάδες αυτές συνδιαλέγονται με πολιτικούς κοτζαμπάσηδες, οι οποίοι τις χρησιμοποιούν εναντίον πολιτικών αντιπάλων τους ή για εκφοβισμό τοπικών πληθυσμών. Ακόμη κι όταν δεν συμβαίνουν τα ανωτέρω, οι ληστές κυκλοφορούν ανενόχλητοι στις παρυφές της πρωτεύουσας. Κάποιες φορές, μάλιστα, συνεργάζονται με την Πολιτεία για τη φύλαξη χώρων, όπως της Εθνικής Τράπεζας.

Το χρονικό
Οταν η ξενάγηση των περιηγητών ολοκληρώνεται, στον δρόμο της επιστροφής για την Αθήνα, στο ύψος του Πικερμίου, οι άμαξές τους περικυκλώνονται από είκοσι οπλισμένους ληστές της συμμορίας των Αρβανιτάκηδων. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η πληροφορία για τον ερχομό των ξένων στην περιοχή έφτασε στη συμμορία από έναν βοσκό, ο οποίος κρατούσε ένα ξένο νόμισμα που του έδωσαν οι περιηγητές σε κάποιο χάνι του Πικερμίου. Αλλοι θεωρούν ότι προέρχεται από «καλοθελητές» στην πρωτεύουσα ή από ξένο μεγαλογαιοκτήμονα της περιοχής. Σε κάθε περίπτωση, στη σύντομη συμπλοκή που ακολουθεί με τους τέσσερις αιφνιδιασμένους χωροφύλακες, ένας δολοφονείται, ένας τραυματίζεται και δύο παραδίδονται στους ληστές. Μέσα σε μία στιγμή, οι ανέμελοι περιηγητές μετατρέπονται σε πανικόβλητους ομήρους και μεταφέρονται σε σπηλιά της Πεντέλης. Μέσα στην ημέρα απελευθερώνονται η σύζυγος και η κόρη του Λόιντ, ώστε να μεταφέρουν στην ελληνική κυβέρνηση την έκκληση των απαχθέντων για απελευθέρωση, καθώς και τις απαιτήσεις των ληστών: την άμεση καταβολή 25.000 λιρών και τη μη καταδίωξή τους, κάτι που γίνεται αμέσως αποδεκτό από τον υπουργό Στρατιωτικών, Σκαρλάτο Σούτσο.
Πυρ ομαδόν
Η αιφνιδιασμένη κυβέρνηση Ζαΐμη δέχεται πυρά από παντού. Η αντιπολίτευση του Κουμουνδούρου την κατηγορεί για ανικανότητα, ο Βρετανός πρέσβης απαιτεί, με απαράδεκτα πιεστικό τρόπο, την άμεση απελευθέρωση των ομήρων ανεξαρτήτως των όρων των απαγωγέων, ενώ οι βρετανικές εφημερίδες, με λαϊκιστικά δημοσιεύματα, αναφέρονται σε μια «καταραμένη χώρα», που αποτελεί «άντρο ληστών» και δεν πρέπει να ανήκει στον κύκλο των ευρωπαϊκών κρατών.

Ο Τύπος της περιόδου «δείχνει» τον Σούτσο ως συνεργάτη των ληστών, αναδεικνύοντας έτσι το κοινό μυστικό της διαπλοκής πολιτικών και ληστών. Πράγματι, ο υπουργός διατηρεί σχέσεις με μέλη της συμμορίας Αρβανιτάκη -κάποιοι εξ αυτών, μάλιστα, ανήκουν στην προσωπική φρουρά του-, αλλά δεν έχει καμία σχέση με την απαγωγή. Ενδεικτικό του κλίματος πανικού που επικρατεί στην πολιτική σκηνή είναι η πρόταση του βασιλιά Γεωργίου Α’ να αντικαταστήσει ο ίδιος τους ομήρους, κάτι που, φυσικά, δεν συζητείται.
Μοναδικοί ευνοημένοι της σύγχυσης αποδεικνύονται οι απαγωγείς, οι οποίοι, βλέποντας τη χαλαρότητα που υπάρχει στο εξωτερικό απέναντι στα αιτήματά τους και την πίεση που δέχεται η κυβέρνηση στο εσωτερικό, σκληραίνουν συνεχώς τη στάση τους. Πλέον, στο αρχικό αίτημα των λύτρων προσθέτουν και την απαίτηση αμνηστίας. Η κυβέρνηση Ζαΐμη αποδέχεται το πρώτο, αλλά αρνείται πεισματικά να συζητήσει το δεύτερο, επικαλούμενη συνταγματικό κώλυμα, αφού η αμνηστία απονέμεται από τον βασιλιά μόνο για πολιτικά εγκλήματα.
Αυτοπεποίθηση
Είναι δε τέτοια η αυτοπεποίθηση των Αρβανιτάκηδων ότι η κυβέρνηση, υπό το βάρος της διεθνούς πίεσης, δεν μπορεί να τους αγγίξει, ώστε προτείνουν σε Αγγλία και Ιταλία να στείλουν τους στόλους τους στον Πειραιά προκειμένου να πιέσουν την κυβέρνηση να δεχτεί την αμνηστία. Η τελευταία διαπραγμάτευση μεταξύ κυβέρνησης και Αρβανιτάκηδων γίνεται στις 7 Απριλίου, μέσω του αντισυνταγματάρχη Βασιλείου Θεαγένη, ο οποίος διατηρεί κουμπαριά με μέλος της συμμορίας. Στις συζητήσεις συμμετέχει και ο Αγγλος τσιφλικάς της Εύβοιας Νόελ, στα κτήματα του οποίου εργάζεται ένας αδερφός του αρχιληστή Τάκου Αρβανιτάκη. Η κυβέρνηση προτείνει, αρχικά, παράδοση και χάρη έπειτα από «στημένη» δίκη και υποχωρεί στην καταβολή των λύτρων και στην ασφαλή αναχώρησή τους με αγγλικό ή γαλλικό πλοίο. Οι ληστές παραμένουν άκαμπτοι και αναχωρούν από τον Ωρωπό, παίρνοντας μαζί τους και χωρικούς της περιοχής.

Η αιματοβαμμένη Μεγάλη Πέμπτη
Η τελική φάση του δράματος θα παιχτεί τη Μεγάλη Πέμπτη 9 Απριλίου 1870. Οι ληστές αποφεύγουν το πρώτο μπλόκο στον Ωρωπό και καταφεύγουν στο Δήλεσι, έχοντας μαζί τους ξένους αιχμαλώτους. Παρότι είναι περικυκλωμένοι, όχι μόνο αρνούνται να διαπραγματευτούν την απελευθέρωση των ομήρων, αλλά τους δολοφονούν με φριχτό τρόπο. Η μεταγενέστερη ιατροδικαστική έρευνα έδειξε ότι το πτώμα του Χέμπερτ έφερε δύο εκτεταμένα τραύματα από γιαταγάνι, στο μάγουλο και στο χέρι, με το οποίο προσπάθησε να αμυνθεί, με αποτέλεσμα να πεθάνει από ακατάσχετη αιμορραγία. Με τον ίδιο τρόπο είχε δολοφονηθεί και ο Λόιντ, ενώ οι Μπόιλ και Βίνερ είχαν δεχθεί σφαίρες στην καρδιά.
Με τους ομήρους νεκρούς, η σύγκρουση καθίσταται αναπόφευκτη και το αποτέλεσμα προδιαγεγραμμένο. Επτά ληστές πέφτουν νεκροί, έξι συλλαμβάνονται, ενώ οι υπόλοιποι διαφεύγουν, με την καταδίωξή τους να διαρκεί μήνες. Η χώρα δέχεται ισχυρό πλήγμα στη διεθνή εικόνα της, καθώς περιγράφεται στο εξωτερικό ως «φωλέα ληστών και πειρατών», «χώρα ημιβαρβάρων» και «εντροπή διά τον πολιτισμό», ενώ δεν λείπουν και φωνές που ζητούν ακόμη και στρατιωτική επέμβαση εναντίον της. Προσπαθώντας να αναστρέψει το δυσμενές κλίμα, η κυβέρνηση καταβάλλει αποζημίωση 22.000 χρυσών λιρών σε καθεμία από τις οικογένειες των θυμάτων.

Στο εσωτερικό της χώρας, τη βαριά ατμόσφαιρα επιβαρύνει η Μεγάλη Εβδομάδα: το Μεγάλο Σάββατο τελείται η κηδεία των τριών ξένων, ενώ ανήμερα το Πάσχα η πρωτεύουσα ξυπνά μπροστά στο αποτρόπαιο θέαμα των επτά κεφαλιών των φονευθέντων ληστών, καρφωμένων σε κοντάρια στο Πεδίον του Αρεως. «Θύματα» του αιματηρού γεγονότος πέφτουν αρχικά ο υπουργός Στρατιωτικών Σκαρλάτος Σούτσος, ο οποίος, κατηγορούμενος ως «ληστοτρόφος», εξαναγκάζεται σε παραίτηση. Τον Ιούλιο του ίδιου έτους θα ακολουθήσει και ολόκληρη η κυβέρνηση Ζαΐμη. Στη δίκη που είχε προηγηθεί, τον Μάιο, οι συλληφθέντες ληστές καταδικάζονται σε θάνατο και αποκεφαλίζονται με λαιμητόμο σε δημόσια εκτέλεση στο Πεδίον του Αρεως.
![Ελλάδα – Παραγουάη 0-1: Δίκαιη ήττα από την Μουντιαλική Παραγουάη [βίντεο]](https://www.eleftherostypos.gr/wp-content/uploads/2026/03/w27-225920img20260327223648-150x150-jpg.webp)
![Ελλάδα – Μάλτα 5-0: 6X6 και τώρα η Γερμανία [δείτε τα γκολ]](https://www.eleftherostypos.gr/wp-content/uploads/2026/03/w27-195947w21204101-150x150-png.webp)