Γνωστότερο όλων αυτών των τραγουδιών είναι ένα από τα καλύτερα τραγούδια του Σταύρου Κουγιουμτζή σε στίχους της Σώτιας Τσώτου, το «Να ’τανε το ’21», που όταν δισκογραφείται, το 1969, δημιουργεί ελληνοτουρκικό διπλωματικό επεισόδιο. Οι γείτονες διαμαρτύρονται για τους αρχικούς στίχους «και να κρατάω τις νύχτες με τ’ άστρα, μια Τουρκοπούλα αγκαλιά» και, παρά τις πατριωτικές κορόνες της, η απριλιανή δικτατορία υποχωρεί αμέσως στις παράλογες τουρκικές απαιτήσεις.
Αλλαγή στίχου
Ο δίσκος αποσύρεται και επανακυκλοφορεί, αντικαθιστώντας το «Τουρκοπούλα» με το «ομορφούλα». Μάλιστα, ελάχιστοι γνωρίζουν πως, μετά από αυτή την αλλαγή, το τραγούδι γίνεται επιτυχία και στην Τουρκία, με εντελώς διαφορετικούς φυσικά στίχους που μιλούν πλέον για κάποια αγάπη:
«Μου ξανάρχονται ένα ένα χρόνια δοξασμένα
να ‘τανε το ‘21 να ‘ρθει μια στιγμή.
Να περνάω καβαλάρης στο πλατύ τ’ αλώνι
και με τον Κολοκοτρώνη να ‘πινα κρασί
Να πολεμάω τις μέρες στα κάστρα
και το σπαθί μου να πιάνει φωτιά
και να κρατάω τις νύχτες με τ’ άστρα
μια Τουρκοπούλα (ομορφούλα) αγκαλιά
Μου ξανάρχονται ένα ένα χρόνια δοξασμένα
να ‘τανε το ‘21 να ‘ρθει μια βραδιά.
Πρώτος το χορό να σέρνω στου Μοριά τις στράτες
και ξοπίσω μου Μανιάτες και οι Ψαριανοί.
Κι όταν λαβωμένος γέρνω κάτω απ’ τους μπαξέδες
να με ραίνουν μενεξέδες χέρια κι ουρανοί.
Να πολεμάω τις μέρες στα κάστρα
και το σπαθί μου να πιάνει φωτιά
και να κρατάω τις νύχτες με τ’ άστρα
μια Τουρκοπούλα (ομορφούλα) αγκαλιά».
«Ακούς να λένε…»
Το 1962 ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, σε μουσική του Γιάννη Μαρκόπουλου και ερμηνεία του Νίκου Ξυλούρη, θα θυμηθεί στο «Ακούς να λένε στα χωριά» το στρατηγό Μακρυγιάννη:
«Ακούς να λένε στα χωριά πως και η ευχή του πιάνει
γιατί τα βόλια, αίματα είχαν του Μακρυγιάννη.
Λένε πως ο φουστανελάς πληγές είχε σαράντα
γι’ αυτό κι αλαφροΐσκιωτοι είμαστε λίγοι πάντα».
Το 1970, οι Λευτέρης Παπαδόπουλος – Μάνος Λοΐζος, στο «Δραγουμάνο του βεζίρη», βλέπουν τους αγωνιστές του 1821 να ετοιμάζουν την εξέγερσή τους:
«Κι όσο για μας σ’ ένα καλύβι
γεια σου Τζαβέλα, γεια σου Γέρο του Μοριά
βράδυ πρωί θα λιώνουμε μολύβι
για την τιμή και για τη λευτεριά».
Ο «Τσάμικος»
Από το μουσικό μωσαϊκό μνήμης δεν θα μπορούσε να λείπει ο μέγιστος Μάνος Χατζιδάκις που «ζωντανεύει» τους στίχους του Νίκου Γκάτσου και τους αγωνιστές του 1821 στο σαγηνευτικό του «Τσάμικο», το 1976:
«Στα κακοτράχαλα τα βουνά
με το σουράβλι και το ζουρνά
πάνω στην πέτρα την αγιασμένη
χορεύουν τώρα τρεις αντρειωμένοι.
Ο Νικηφόρος κι ο Διγενής
κι ο γιος της Αννας της Κομνηνής.
Δική τους είναι μια φλούδα γης
μα εσύ Χριστέ μου τους ευλογείς
για να γλιτώσουν αυτή τη φλούδα
απ’ το τσακάλι και την αρκούδα.
Δες πώς χορεύει ο Νικηταράς
κι αηδόνι γίνεται ο ταμπουράς.
Από την Ηπειρο στο Μοριά
κι απ’ το σκοτάδι στη λευτεριά
το πανηγύρι κρατάει χρόνια
στα μαρμαρένια του χάρου αλώνια.
Κριτής κι αφέντης είν’ ο Θεός
και δραγουμάνος του ο λαός».
Δημοφιλέστερος όλων των αγωνιστών του 1821 στο ελληνικό τραγούδι είναι ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, για τον οποίο μάλιστα, μέσα σε μία οκταετία (1969-1977), γράφτηκαν τέσσερα τραγούδια που είχαν το όνομά του στον τίτλο τους. Τον μουσικό χορό του γιου της καλογριάς ξεκινά το 1969 ο Διονύσης Σαββόπουλος, με την εμβληματική «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη». Το 1970, ο Κώστας Χατζής συνθέτει και ερμηνεύει, σε στίχους του Ξενοφώντα Φιλέρη, το τραγούδι «Καραϊσκάκης».
«Να ‘χα τη λεβεντιά λιγάκι
του Γιώργη του Καραϊσκάκη,
τον τύραννο να πολεμούσα
και τους σουλτάνους να νικούσα,
τσάμικο να ‘στηνα στη μάχη,
στην αψηλότερη τη ράχη,
τη λεβεντιά σου τιμημένε,
Καραϊσκάκη δοξασμένε».
Μελοποίηση
Το 1971 ο Νίκος Μαμαγκάκης βάζει μουσική στην ποίηση των Γιώργου Σεφέρη, Παντελή Πρεβελάκη και Δημήτρη Ιατρόπουλου, στο έργο του «1821, αγωνιστές της λευτεριάς», όπου υπάρχουν τραγούδια για τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Αθανάσιο Διάκο, Δασκαλογιάννη, Μακρυγιάννη, Οδυσσέα Ανδρούτσο και Γεώργιο Καραϊσκάκη. Το 1977 ο Γιώργος Κριμιζάκης γράφει, σε στίχους Πυθαγόρα, το τραγούδι «Καραϊσκάκης», που ερμηνεύει ο Γιάννης Πουλόπουλος:
«Διάβασα ιστορία εχτές, λιγάκι,
και με κλαμένα μάτια σταμάτησα να δω
τον Γεώργιο Καραϊσκάκη
και τον σκέφτομαι και τραγουδώ.
Της καλογριούλας γιε, έλα στα όνειρά μας
κι έτσι ματωμένος, πες μας στρατηγέ
πόσο απέχει ο θάνατος απ’ τη λευτεριά μας».
Τέλος, χρειάζεται να φτάσουμε στο 2011, όταν ο Νίκος Καλογερόπουλος επιχειρεί να καταγράψει με στίχους και μουσική την αθυροστομία του στρατηγού στο τραγούδι «Γεώργιος Καραϊσκάκης»:
«Οπως τα λέμε να τους τα γράψεις,
όπως τα λέμε να τους τα πεις,
Κολοκοτρώνης και Γιωργής,
Καραϊσκάκης, Θοδωρής».
Η μάταιη επίκληση των ηρώων της Επανάστασης
Δεν είναι λίγες οι φορές που συνθέτες και στιχουργοί «καλούν» τους οπλαρχηγούς του 1821 να συνετίσουν με το πάθος τους για αγώνα και ελευθερία τους σημερινούς Νεοέλληνες.
Το 1947, εν μέσω Εμφυλίου, μέσω των στίχων του Μίμη Τραϊφόρου, σε μουσική του Θεόφραστου Σακελλαρίδη και ερμηνεία της Σοφίας Βέμπο, οι επαναστάτες καλούνται να ενώσουν και πάλι τους διχασμένους Ελληνες:
«Τώρα που αίμα αδερφικό το χώμα ιδρώνει
κι η Ελλάδα πνίγει την Ελλάδα στα βουνά,
έβγα απ’ τον τάφο Θοδωρή Κολοκοτρώνη
κι αδέρφια κάνε όλους τους Ελληνες ξανά».
Ο Νίκος Γκάτσος, το 1974, θα ζητήσει με τη μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου από τον «Μπαρμπα-Γιάννη Μακρυγιάννη» να «διορθώσει» τα σημερινά κακώς κείμενα με τη σπάθα του:
«Μπαρμπα-Γιάννη Μακρυγιάννη
δεν μας τα ‘γραψες καλά.
Δες ο Ελληνας τι κάνει
για ν’ ανέβει πιο ψηλά.
Μπαρμπα-Γιάννη Μακρυγιάννη
πάρε μαύρο γιαταγάνι
κι έλα στη ζωή μας πίσω
το στραβό να κάμεις ίσο.
Μπαρμπα-Γιάννη Μακρυγιάννη
δεν μας τα ‘γραψες σωστά.
Το φιλότιμο δε φτάνει
για να πάει κανείς μπροστά».
Τέλος, ο Γιάννης Κακουλίδης, με τη μουσική του Σταμάτη Κραουνάκη, ξαναβλέπει τους αγωνιστές του 1821 ζωντανούς, έτοιμους να ξανασώσουν την Ελλάδα με νέους αγώνες:
«Τους ξανάδα, τους ξανάδα
τους ξανάδα μαζωμένους
ζωντανούς κι αποθαμένους
τους ξανάδα, τους ξανάδα
αγαπημένους
τους ξανάδα, τους ξανάδα
έναν έναν στο σοκάκι
Μάρκο και Καραϊσκάκη
τους ξανάδα
Καθισμένο σε κοτρώνι
βλέπω τον Κολοκοτρώνη
να γνέφει τι σε μέλλει
όλα θα ‘ρθουν γάλα – μέλι
τους ξανάδα
Τους ξανάδα αρματωμένους
στις ραχούλες σκαλωμένους
έτοιμους στο βουναλάκι
να σηκώσουν μπαϊράκι
Τους ξανάδα μαζωμένους
τους ξανάδα ματωμένους
τους ξανάδα, τους ξανάδα
τους ξανάδα ανεβασμένους
τους ξανάδα ξεχασμένους
στην Ελλάδα».

