Ιστορικοί, δημοσιογράφοι και ερευνητές διεξάγουν ένα γόνιμο διάλογο διερευνώντας τα αίτια και τις αφορμές, τους στόχους και τις επιδιώξεις του αγώνα, που οδήγησε στην απελευθέρωση της χώρας. Νομίζουμε ότι θα ήταν σωστό εκτός των παραπάνω, ο λόγος να δοθεί και στους πρωταγωνιστές ώστε να μας μεταφέρουν τι ήταν εκείνο που τους οδήγησε ν’ αλλάξουν την ροή της ιστορίας. Στα λόγια τους διαπιστώνουμε ότι οι ήρωες του αγώνα όχι μόνο είχαν την βεβαιότητα της συνέχειας του ελληνικού έθνους, αλλά και γνωρίζοντας τις ιδιαιτερότητες της χώρας, προβληματίζονταν για το μέλλον της, κάτι που απουσιάζει από τους περισσότερους σημερινούς πολιτικούς.

Ποιο περιεκτική ανάλυση για το ποιοι συμμετείχαν στην Εθνική Παλιγγενεσία δεν μπορεί να υπάρξει από το λόγο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη προς μαθητές το 1838 στην Πνύκα: «Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν συλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε :«που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα, αλλά ως μια βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και οι κληρικοί και οι προεστοί και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι, εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση».

Οι ήρωες του 1821 αξιοποίησαν την ανεξάντλητη δεξαμενή της αρχαιότητας με όλους τους τρόπους. Πριν τις μάχες επικαλούνται τους αρχαίους προγόνους δίνοντας στα καράβια τους ονόματα όπως «Αριστείδης», «Θεμιστοκλής», Μιλτιάδης», «Άρης», «Αφροδίτη». Στη διάρκεια των μαχών ο Νικηταρά; στα Δολιανά να φωνάζει στους Τούρκους:«Σταθείτε Πέρσες να πολεμήσουμε», αλλά και μετά από αυτές τους αποδίδουν τιμέςόπως ο στρατηγός Μακρυγιάννης :«Πάμε να ιδούμε τους Έλληνες εις το μέρος όπου κατοικούνε να βρούμε το γέρο Σωκράτη, τον Πλάτωνα, τον Θεμιστοκλή, τον λεβέντη Λεωνίδα και να τους ειπούμε τις χαροποιές ειδήσεις ότι αναστήθηκαν οι απόγονοί τους».

Όπως είναι κατανοητό. οι αμόρφωτοι -αλλά όχι απαίδευτοι- επαναστάτες δεν είχαν ουδεμία αμφιβολία περί της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού, τονίζοντας το σε κάθε ευκαιρία. Ο Μακρυγιάννης, στη θέα αγοραπωλησίας αρχαιοτήτων, εξοργίζεται λέγοντας ότι δεν πολέμησαν μόνο για την ελευθερία των ίδιων και εκείνων που ακολουθούν, αλλά και για τον σεβασμό όσων προηγήθηκαν :«Είχα δυο αγάλματα περίφημα, μια γυναίκα κι ένα βασιλόπουλο, ατόφια -φαίνονταν οι φλέβες, τόση εντέλειαν είχαν. Όταν χάλασαν τον Πόρο, τα ‘χαν πάρει κάτι στρατιώτες, και στ’ Άργος θα τα πουλούσαν κάτι Ευρωπαίων· χίλια τάλαρα γύρευαν… Πήρα τους στρατιώτες, τους μίλησα: Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην το καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι’ αυτά πολεμήσαμε».

Κορυφαία ένδειξη αυτοθυσίας για τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί η μάχη της Ακρόπολης, όπου οι επαναστάτες βλέποντας τους Τούρκους να φθείρουν το ιστορικό μνημείο για να γεμίσουν τα όπλα τους, προμηθεύουν τους αντιπάλους τους μολύβι, με προϋπόθεση τη διάσωση του ιερού χώρου. Το συγκλονιστικό περιστατικό αναφέρει ο ποιητής Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, σε επιστολή του προς τον Ανδρέα Λασκαράτο το 1858 :«Τέτοια απόκριση επροξένησε μεγάλη απελπισία εις τους Έλληνας και αφού εστοχάστηκαν τι να κάνουν δια να σώσουν από τον όλεθρο τα μνημεία του μεγαλείου των, όλοι με μια φωνή αποφάσισαν να μηνύσουν εις τους αποκλεισμένους να πάψουν την καταστροφή και ήσαν έτοιμοι να τους προμηθεύσουν όσο μολύβι τους εχρειάζετο δια την υπεράσπισή τους. Ούτω και εγένετο. Έστρεξαν οι Τούρκοι και οι Έλληνες, εξαγόρασαν με το αίμα τους, δίδοντες εις τους εχθρούς βόλια δια να τους σκοτώσουν, τα πολύτιμα εκείνα μάρμαρα τα οποία ήταν προορισμένα να ζήσουν δια να ιδούν και πάλιν αναστημένον ολόγυρά τους εκείνο το έθνος, το οποίο από τόσους αιώνας εφαίνετο βυθισμένο εις λήθαργο».

Το μήνυμα των αγωνιστών, δεν ολοκληρώνεται με την εδαφική απελευθέρωση τμήματος της χώρας, αλλά συνεχίζεται με την συμβολή τους στην οριοθέτηση των προσωπικών ευθυνών του καθενός μας απέναντι σε αυτήν. Πριν ακόμα κριθεί η έκβαση του αγώνα, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός τονίζει το 1825 στον Παπαφλέσσα, ότι είναι ευκολότερη η επικράτηση επί των Τούρκων, παρά επί του κακού μας εαυτού :«Δεν θέλουμε να εννοήσουμε ότι τίποτα δεν κάναμε νικήσαντες τους Τούρκους, αν δεν νικήσουμε, και σύντομα μάλιστα, τα πάθη μας. Η διχόνοια, να ο μεγάλος εχθρός. Αυτή ξεθεμελιώνει σπίτια, ρημάζει λαούς και βασίλεια. Αυτή θα μας φάει».

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης, ολοκληρώνει τα απομνημονεύματα του δίνοντας έναν αξεπέραστο και διαχρονικό ορισμό του πατριωτισμού: «Κι’ αφού ο Θεός θέλησε να κάμη νεκρανάστασιν εις την πατρίδα μου, να την λευτερώσει από την τυραγνία των Τούρκων, αξίωσε κι’ εμένα να δουλέψω κατά δύναμη, λιγότερον από τον χειρότερο πατριώτη μου Έλληνα. Γράφουν σοφοί άντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι και ξένοι διαβασμένοι για την Ελλάδα. Ένα πράμα μόνον με παρακίνησε κι’ εμένα να γράψω, ότι τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί κι’ αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν, αναλόγως ο καθείς, έχομε να ζήσωμεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμεν όλοι μαζί, να την φυλάμεν κι’ όλοι μαζί και να μην λέγη ούτε ο δυνατός «εγώ», ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγη ο καθείς «εγώ»; Όταν αγωνιστή μόνος του και φκιάση ή χαλάση, να λέγη «εγώ»· όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε «εμείς». Είμαστε εις στο «εμείς» κι’ όχι εις στο «εγώ». Και εις το εξής να μάθωμεν γνώση, αν θέλωμεν να φκιάσωμεν χωριόν, να ζήσωμεν όλοι μαζί. Έγραψα γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Έλληνες ν’ αγωνίζονται δια την πατρίδα τους, δια την θρησκείαν τους, να ιδούνε και τα παιδιά μου και να λένε: «Έχομεν αγώνες πατρικούς, έχομεν θυσίες» – αν είναι αγώνες και θυσίες. Και να μπαίνουν σε φιλοτιμίαν και να εργάζωνται εις το καλό της πατρίδας τους, της θρησκείας τους και της κοινωνίας. Ότι θα είναι καλά δικά τους. Όχι όμως να φαντάζονται για τα κατορθώματά τα πατρικά, όχι να πορνεύουν την αρετή και να καταπατούν τον νόμο και να έχουν την επιρροή για ικανότη».
Θα τελειώσουμε, με τις συμβουλές του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη προς τους μαθητές στην ομιλία του στην Πνύκα. όπου η απλότητα και μεστότητα των λόγων του θα μπορούσε να διδάσκεται στα σημερινά σχολεία :«Να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και εις τα μπιλιάρδα. Να δοθήτε εις τα σπουδάς σας και καλύτερα να κοπιάσετε ολίγον, δύο και τρεις χρόνους, και να ζήσετε ελεύθεροι εις το επίλοιπο της ζωής σας, παρά να περάσετε τέσσαρους, πέντε χρόνους τη νεότητα σας, και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθήτε εις τα γράμματα σας».

![Χίος – 25η Μαρτίου: Υψώθηκε γιγάντια ελληνική σημαία, αλλά σκίστηκε από τον αέρα [βίντεο]](https://www.eleftherostypos.gr/wp-content/uploads/2026/03/chios-simaia-konstantinos-anagnostou-1200x675-1-150x150.webp)