Το «Ελλάς – Γαλλία – Συμμαχία» είναι ένα από αυτά. Δεν είναι απλώς μια φράση που ακούστηκε σε προεκλογικές εξέδρες ή σε στρατιωτικές συμφωνίες, αλλά η συμπύκνωση δύο αιώνων σχέσεων, θαυμασμού, συμφερόντων, συγκρούσεων και αμοιβαίων εξυπηρετήσεων. Η χθεσινή επίσκεψη του προέδρου της Γαλλίας Εμμανουέλ Μακρόν στην Αθήνα, με φόντο την ανανέωση της αμυντικής συμφωνίας Ελλάδας–Γαλλίας και τη νέα πενταετή στρατηγική συνεργασία, έφερε ξανά στο προσκήνιο αυτή τη φράση που έχει πολύ βαθύτερες ρίζες.

Οι πρώτες γέφυρες ανάμεσα στον ελληνικό και τον γαλλικό κόσμο χτίστηκαν ήδη από την αρχαιότητα, όταν οι Φωκαείς ίδρυσαν την αρχαία Μασσαλία, στη νότια Γαλλία. Πολύ πριν υπάρξουν πρεσβείες και συνθήκες, υπήρχε ελληνικό αποτύπωμα στη γαλλική γη.
Αργότερα, στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, με το Πριγκιπάτο της Αχαΐας και το Δουκάτο των Αθηνών, οι πολιτικοί δεσμοί πήραν πιο σύνθετη μορφή. Δεν ήταν πάντα σχέσεις αγάπης —συχνά ήταν σχέσεις κυριαρχίας. Η Ιστορία άλλωστε δεν γράφεται με λουλούδια.

Η μεγάλη συναισθηματική επανεκκίνηση έρχεται με την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Η Γαλλία γνωρίζει κύμα φιλελληνισμού σχεδόν ερωτικής έντασης. Ποιητές, ζωγράφοι, λόγιοι και εθελοντές βλέπουν στην Ελλάδα όχι απλώς έναν υπόδουλο λαό αλλά την αναγέννηση της κλασικής αρχαιότητας. Η Φιλελληνική Επιτροπή του Παρισιού συγκεντρώνει χρήματα, εξαγοράζει αιχμαλώτους και στηρίζει ενεργά τον Αγώνα.
Και ύστερα έρχεται το Ναυαρίνο. Η καθοριστική για την εξέλιξη της ελληνικής επανάστασης ναυμαχία του 1827, με τη συμμετοχή Γαλλίας, Αγγλίας και Ρωσίας, δεν ήταν μια απλή στρατιωτική σύγκρουση. Ήταν η στιγμή που η ελληνική ανεξαρτησία έπαψε να είναι όνειρο και έγινε διεθνής υπόθεση. Η γαλλική συμμετοχή υπήρξε καθοριστική, ενώ λίγο αργότερα η Γαλλία αναδείχθηκε σε μία από τις τρεις προστάτιδες δυνάμεις του νέου ελληνικού κράτους. Εκεί όμως τελειώνει ο ρομαντισμός και αρχίζει ο ρεαλισμός…
Στον 19ο αιώνα η σχέση Ελλάδας–Γαλλίας γίνεται πιο πεζή και πιο αληθινή: επιρροή, πολιτική, εξοπλισμοί. Το λεγόμενο «Γαλλικό Κόμμα» επιχειρεί να ελέγξει τις πολιτικές εξελίξεις απέναντι στο Αγγλικό και το Ρωσικό. Η Αθήνα γίνεται μικρό πεδίο μεγάλων ευρωπαϊκών ανταγωνισμών.

Η μικρή Ελλάδα, μαθαίνει πως οι φιλίες των κρατών συχνά περνούν από τα ναυπηγεία. Στα τέλη του 19ου αιώνα αγοράζει από τη Γαλλία τα θωρηκτά «Ύδρα», «Σπέτσαι» και «Ψαρά», πλοία που θα αποτελέσουν, τις επόμενες καθοριστικές για την γεωγραφική επέκταση της χώρας δεκαετίες, τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού στόλου. Το γαλλικό πολεμικό υλικό δεν ήταν μόνο τεχνική επιλογή, αλλά πολιτική δήλωση.
Το 1916 οι Γάλλοι δεν έρχονται αυτή τη φορά ως ρομαντικοί φιλέλληνες αλλά ως στρατός κατοχής. Μέσα στη κορύφωση του Εθνικού Διχασμού, τα στρατεύματά τους αποβιβάζονται στην Αθήνα, στηρίζοντας ξεκάθαρα τον Ελευθέριο Βενιζέλο απέναντι στον βασιλιά Κωνσταντίνο. Η Ελλάδα οδηγείται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Όμως η γαλλική υποστήριξη έχει όρια. Όταν ο Κωνσταντίνος επιστρέφει και η Μικρασιατική Εκστρατεία εξελίσσεται σε εθνική τραγωδία, το Παρίσι στρέφεται προς τον Κεμάλ. Η Ελλάδα ξαναθυμάται με τον πιο σκληρό τρόπο ότι μεγάλες δυνάμεις δεν έχουν φίλους, αλλά συμφέροντα.
Η σύγχρονη εκδοχή του «Ελλάς – Γαλλία – Συμμαχία» γεννιέται ουσιαστικά στα τέλη της δεκαετίας του ’50, όταν ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής αναζητεί ευρωπαϊκή άγκυρα για την Ελλάδα και τη βρίσκει στο Παρίσι. Η Γαλλία του στρατηγού Ντε Γκωλ γίνεται ο βασικός σύμμαχος στην προσπάθεια σύνδεσης της χώρας με την τότε ΕΟΚ.

Η επίσκεψη του Γάλλου προέδρου στην Αθήνα το 1963 έχει σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Οι Αθηναίοι τον υποδέχονται σαν απελευθερωτή, σαν ήρωα του πολέμου, σχεδόν σαν βασιλιά. Στη Βουλή ακούγεται ως ο άνθρωπος που θα ανοίξει την ευρωπαϊκή πύλη για την Ελλάδα. Στη Θεσσαλονίκη όμως η λάμψη σκιάζεται από το παρακράτος. Η περιβόητη «Καρφίτσα» βρίσκεται στην περιφρούρηση της επίσκεψης, λίγες μόλις ημέρες πριν από τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Η Ιστορία έχει συχνά κακό συγχρονισμό.
Η στρατιωτική δικτατορία παγώνει όχι μόνο τις ενταξιακές διαδικασίες της χώρας, αλλά και τις σχέσεις των δύο χωρών. Η Γαλλία σύντομα γίνεται ασφαλές καταφύγιο Ελλήνων αντιστασιακών. Η προσωπική σχέση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, που βρίσκεται από το 1963 στο Παρίσι, με τον Βαλερί Ζισκάρ Ντε Εστέν αποδεικνύεται ιστορική. Τη νύχτα της 24ης Ιουλίου 1974, το γαλλικό προεδρικό αεροσκάφος που φέρνει τον Καραμανλή πίσω στην Αθήνα δεν μεταφέρει απλώς έναν πολιτικό, αλλά την ίδια την επιστροφή της δημοκρατίας στον τόπο που αυτή γεννήθηκε. Ο Ζισκάρ ντ’ Εστέν θα γίνει και ο μεγάλος υποστηρικτής της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ. Η περίφημη φράση του :«δεν μπορούμε να κλείσουμε την πόρτα στον Πλάτωνα», μπορεί να απέκτησε αργότερα αστερίσκους, αλλά τότε λειτούργησε σαν ευρωπαϊκή σφραγίδα.
Στη δεκαετία του ’80 η σκυτάλη περνά στους Ανδρέα Παπανδρέου και Φρανσουά Μιτεράν. Η σχέση τους δεν είναι μόνο πολιτική αλλά και ιδεολογική. Ο Γάλλος πρόεδρος επισκέπτεται επανειλημμένα την Ελλάδα, δημόσια και ιδιωτικά, και η κορυφαία στιγμή έρχεται το Νοέμβριο του 1984 στην Ελούντα, όταν μαζί με τον Μουαμάρ Καντάφι επιχειρούν να αποτρέψουν τη γαλλολιβυκή σύγκρουση για το Τσαντ. Η αποστολή πετυχαίνει και ο συνήθως συγκρατημένος Μιτεράν αναφωνεί δημοσίως: «Ζήτω η Ελλάδα!»

Σήμερα το σύνθημα επιστρέφει όχι ως νοσταλγία αλλά ως γεωπολιτική ανάγκη. Η ανανέωση της αμυντικής συμφωνίας του 2021, η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής, οι φρεγάτες Belharra, τα Rafale και η κοινή στρατηγική στη Μεσόγειο δείχνουν ότι η παλιά σχέση παραμένει απολύτως σύγχρονη. Η συμφωνία προβλέπει αμοιβαία υποστήριξη σε περίπτωση επίθεσης κατά της εδαφικής κυριαρχίας και ανανεώνεται για ακόμη πέντε χρόνια.
Το «Ελλάς – Γαλλία – Συμμαχία» δεν είναι πια σύνθημα αλλά επιλογή δύο κρατών που ξέρουν ότι στην πολιτική, όπως και στη ζωή, οι σταθερές σπανίζουν. Και όταν μια φράση επιβιώνει από το Ναβαρίνο μέχρι σήμερα μάλλον δεν είναι σύνθημα, αλλά ιστορία.

