Η εν λόγω απόφαση, που αφορά στα όρια της «ανωτέρας βίας» σε περιπτώσεις μητρότητας, προκάλεσε την άμεση παρέμβαση του προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, Ηλία Κλάππα, ενώ η Ένωση Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων ζητά παρέμβαση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων.
Το χρονικό της υπόθεσης
Η υπόθεση αφορά δικηγόρο εταιρείας, η οποία εισήχθη εσπευσμένα στο μαιευτήριο την 1η Ιανουαρίου 2025 για πρόωρο τοκετό στην 35η εβδομάδα της κύησης. Το νεογέννητο εμφάνισε αναπνευστική δυσχέρεια και παρέμεινε στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών (ΜΕΝΝ) μέχρι τις 6 Ιανουαρίου 2025. Στις 9 Ιανουαρίου 2025 ήταν προγραμματισμένη η δίκη της εταιρείας στο Εφετείο Πειραιά, η οποία διεξήχθη κανονικά παρά το γεγονός ότι η δικηγόρος δεν παρέστη. Αποτέλεσμα της απουσίας ήταν η εταιρεία να δικαστεί χωρίς εκπροσώπηση και να χάσει την υπόθεση.
Εν συνεχεία, η δικηγόρος ζήτησε την ακύρωση της απόφασης, επικαλούμενη ανωτέρα βία για την απουσία της. Ωστόσο, η δικαστής του Εφετείου Πειραιά απέρριψε το αίτημα, με το σκεπτικό να εστιάζει στην παράλειψη της δικηγόρου να προνοήσει για την αντικατάστασή της.
ΌΠως χαρακτηριστικά αναφέρει η απόφαση «δεν αποδείχθηκε ότι η πληρεξούσια δικηγόρος της ανακόπτουσας βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση, σωματική ή πνευματική, που να καθιστά αδύνατη την ακόμη και απλή τηλεφωνική επικοινωνία με κάποιον συνεργάτη της ή έστω και με τον εντολέα της, προκειμένου να τον ενημερώσει για το κώλυμά της και να ζητήσει την ανάθεση της εκπροσώπησης σε τρίτο δικηγόρο».
Σύμφωνα με την δικαστή, ο τοκετός ήταν σε κάποιο βαθμό αναμενόμενος γι’ αυτό και η δικηγόρος δεδομένου ότι ήταν έγκυος «όφειλε να έχει προβλέψει το ενδεχόμενο ακόμη και ενός πρόωρου τοκετού και να έχει μεριμνήσει εκ των προτέρων για την τύχη των υποθέσεών της, ενέργεια η οποία ήταν αναμενόμενη από τον μέσο συνετό δικηγόρο».
Η απόφαση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο πρόωρος τοκετός και η νοσηλεία του βρέφους «δεν συνιστούν γεγονός απρόβλεπτο που δεν μπορούσε να αποτραπεί ακόμη και με μέτρα άκρας επιμέλειας και σύνεσης».
Αντίδραση από τον Δικηγορικό Σύλλογο Πειραιά
Άμεση ήταν η αντίδραση του προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά, Ηλία Κλάππα, ο οποίος σημείωσε πως η εν λόγω απόφαση «δημιουργεί σοβαρότατο προβληματισμό τόσο σε ανθρώπινο όσο και σε νομικό επίπεδο».
«Η πρόσφατη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, με την οποία κρίθηκε ότι ο πρόωρος τοκετός μίας δικηγόρου και η εισαγωγή του νεογνού τέκνου της στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας τρεις ημέρες πριν τη δικάσιμο του Εφετείου Πειραιά στην οποία δεν μπόρεσε να παρασταθεί, δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας, δημιουργεί σοβαρότατο προβληματισμό τόσο σε ανθρώπινο όσο και σε νομικό επίπεδο.
Κατά πρώτον, η εφαρμογή του νόμου δεν είναι μία μηχανική διαδικασία, αλλά απαιτεί ενσυναίσθηση, κατανόηση και σεβασμό στη μητρότητα και στη γυναίκα δικηγόρο που οδηγείται σε πρόωρο τοκετό με επιπλοκές, μάλιστα, για το νεογνό τέκνο της, γεγονός το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί συνήθης ή προβλέψιμη αδιαθεσία.
Κατά δεύτερον, η απόφαση προδίδει μία εσφαλμένη αντίληψη για το ρόλο του δικηγόρου στη δικαστική διαδικασία, τη στιγμή που η δικαστής που την εξέδωσε δικαιολογεί την απόφασή της με το σκεπτικό ότι η δικηγόρος θα μπορούσε “να ειδοποιήσει τηλεφωνικά κάποιον συνεργάτη της ή έστω και τον εντολέα της για να αναθέσει σε τρίτο την εκπροσώπησή του”. Ο δικηγόρος δεν είναι διεκπεραιωτής, δεν είναι αναλώσιμος ούτε ανταλλάξιμος. Το ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένα κρίνει ότι κάθε πολίτης έχει δικαίωμα να επιλέγει ο ίδιος τον δικηγόρο από τον οποίο θα εκπροσωπείται και αυτό αποτελεί συστατικό της δίκαιης δίκης.
Κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει σε έναν δικηγόρο να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλον ή να υποχρεώσει έναν πολίτη να αλλάξει τον δικηγόρο του και, μάλιστα, να συμπεριλάβει την απαίτηση αυτή στο σκεπτικό της απόφασής του για να απορρίψει το αίτημα του πολίτη για παροχή δικαστικής προστασίας. Η επιτάχυνση της Δικαιοσύνης, την οποία όλοι θέλουμε, δεν μπορεί να οδηγεί σε άδικες καταστάσεις που θέτουν σε αμφισβήτηση την ορθή και ποιοτική απονομή της.
Ο σεβασμός στη μητρότητα πρέπει να αποδεικνύεται στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια. Αν αυτό δεν μπορεί να γίνει κατανοητό από τη νομολογία, θα πρέπει να υπάρξει ειδική νομοθετική πρωτοβουλία ώστε ο τοκετός και οι επιπλοκές στην εγκυμοσύνη της πληρεξούσιας δικηγόρου να θεωρούνται λόγος αναβολής και λόγος ανωτέρας βίας.
Να πάρει θέση η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η Ένωση Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων, με ανακοίνωση που υπογράφουν ο πρόεδρος Δημήτριος Γκαβέλας και ο γενικός γραμματέας Λουκάς Προυσανίδης.
«Με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι ο πρόωρος τοκετός δικηγόρου και η εισαγωγή του νεογνού τέκνου της στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας τρεις ημέρες πριν τη δικάσιμο του Εφετείου Πειραιά στην οποία δεν μπόρεσε να παρασταθεί, δεν συνιστά λόγο ανωτέρας βίας. Η κρίση αυτή προκαλεί έντονο προβληματισμό τόσον όσον αφορά στον νομικό συλλογισμό όσον και σε μείζον κοινωνικό και ανθρώπινο επίπεδο.
Η εφαρμογή του νόμου δεν αποτελεί μηχανική διαδικασία. Η συγκεκριμένη απόφαση δεν διέπεται από την απαιτούμενη ενσυναίσθηση, κατανόηση και σεβασμό στη μητρότητα και στη γυναίκα δικηγόρο που οδηγείται σε πρόωρο τοκετό με επιπλοκές, μάλιστα, για το νεογνό τέκνο της, γεγονός το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί συνήθης ή προβλέψιμη αδιαθεσία. Η σχολιαζόμενη απόφαση καταδεικνύει και μια στρεβλή αντίληψη για το ρόλο του δικηγόρου (συλλειτουργού της Δικαιοσύνης) στη διαδικασία απονομής Δικαιοσύνης.
Τούτο διότι σύμφωνα με το σκεπτικό αποφάσεως η δικηγόρος που είχε λάβει την εντολή χειρισμού της υποθέσεως θα μπορούσε “να ειδοποιήσει τηλεφωνικά κάποιον συνεργάτη της ή έστω και τον εντολέα της για να αναθέσει σε τρίτο την εκπροσώπησή του”. Οφείλουμε να επισημάνουμε το αυτονόητο: ο δικηγόρος δεν διεκπεραιώνει. Αναλαμβάνει εντολή χειρισμού της υπόθεσης και οφείλει να ολοκληρώσει την εντολή που έλαβε. Δεν αντικαθίσταται ούτε και υποκαθίσταται.
Από την άλλη πλευρά ο εντολέας σύμφωνα με την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ έχει δικαίωμα να επιλέγει τον δικηγόρο που επιθυμεί να τον εκπροσωπεί. Η αναγνώριση και διαφύλαξη του σχετικού δικαιώματος αποτελεί εν τελεί και συστατικό στοιχείο της δίκαιης δίκης.
Ο σεβασμός στη γυναίκα Μητέρα και Δικηγόρο εν προκειμένω παρέμεινε δυστυχώς για τον δικαστικό λειτουργό που εξέδωσε την συγκεκριμένη απόφαση πουκάμισο αδειανό. Σε περίοδο υπογεννητικότητας η μητρότητα πρέπει να υποστηρίζεται στην πράξη. Αναμένουμε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων να λάβει θέση επί του κρίσιμου ζητήματος».

