Η τάση αυτή όμως αλλάζει, αφού οι πληθωριστικές πιέσεις δημιουργούν ένα διαφορετικό τοπίο, καθώς το γρήγορο φαγητό δεν είναι πλέον και φθηνό.
Τα ταχυφαγεία έχουν αυξήσει τις τιμές για να αντισταθμίσουν το αυξανόμενο κόστος εργασίας και πρώτων υλών, με αποτέλεσμα οι πελάτες με χαμηλό εισόδημα να τα επισκέπτονται λιγότερο συχνά, σύμφωνα με χθεσινό δημοσίευμα στους «Financial Times». Δύο μπιφτέκια και μία μερίδα πατάτες κοστίζουν πλέον 14 δολάρια στα Wendy’s, κόστος απαγορευτικό για κάποιον με χαμηλό εισόδημα που αναζητά ένα γεύμα άμεσα, χωρίς κόπο.
Ο 52χρονος Ουίλιαμ Λι, υπάλληλος νοσοκομείου, έχει αλλάξει τους τελευταίους μήνες τις διατροφικές συνήθειές του, καθώς μαγειρεύει περισσότερο στο σπίτι, ετοιμάζει τα γεύματά του για τη δουλειά και προτιμά να τρώει κάτι πιο πολυτελές, σε ένα εστιατόριο, ανά περιόδους.
Εκτόξευση του κόστους
Οι τιμές στα μενού των εστιατορίων αυξάνονται ταχύτερα από αυτές στα σούπερ μάρκετ. Το κόστος των γευμάτων εκτός σπιτιού έχει αυξηθεί κατά 52% από το 2015, σε σύγκριση με την αύξηση κατά 30% για τα γεύματα στο σπίτι, σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας έρευνας αγοράς Black Box Intelligence. Οι τιμές των μενού αυξήθηκαν κατά 4,1% μόνο το τελευταίο έτος, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία για τον πληθωρισμό, πολύ πάνω από την αύξηση κατά 2,4% στο κόστος των τροφίμων στο σπίτι.
Οι οικογένειες με περιορισμένο προϋπολογισμό αποτελούν τους βασικούς πελάτες της βιομηχανίας γρήγορου φαγητού από το 1948, όταν οι αδελφοί Ρίτσαρντ και Μορίς ΜακΝτόναλντ μετέτρεψαν το εστιατόριο drive-in που διατηρούσαν στο Σαν Μπερνταντίνο. σε αυτό που θεωρείται ευρέως ως το πρώτο εστιατόριο γρήγορου φαγητού. Σύμφωνα με τους «Financial Times», μόλις το 9% των αλυσίδων γρήγορου φαγητού ανέφερε αύξηση στις επισκέψεις σε ετήσια βάση, σε σύγκριση με το 27% των αλυσίδων εστιατορίων συνολικά.
Το μεγαλύτερο πλήγμα φαίνεται πως έχει δεχθεί η Wendy’s, που εφηύρε το σύγχρονο drive-through το 1970, αλλά η τιμή της μετοχής της έχει πέσει κατά 48% τον τελευταίο χρόνο. Τον περασμένο Νοέμβριο, ο προσωρινός διευθύνων σύμβουλός της, Κεν Κουκ, δήλωσε στους αναλυτές ότι οι πωλήσεις «παραμένουν υπό πίεση» και ότι «ενεργεί με επείγοντα χαρακτήρα» για να αποκαταστήσει την ανάπτυξη.
Κλονισμός της αγοράς
Οι αλυσίδες ταχυφαγείων, όπως οι Wendy’s, McDonald’s και Burger King, συγκαταλέγονται μεταξύ των πιο αναγνωρίσιμων εξαγωγικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ. Συνολικά, 215.000 καταστήματα γρήγορου φαγητού έχουν ακροβολιστεί κατά μήκος αυτοκινητοδρόμων, αεροδρομίων και εντός των αθλητικών σταδίων σε όλο τον πλανήτη. Ωστόσο, το επιχειρηματικό μοντέλο τους, το οποίο συνδυάζει χαμηλό λειτουργικό κόστος και υψηλούς όγκους φθηνών γευμάτων, τώρα κλονίζεται στην εγχώρια αγορά.
Οι τιμές των τροφίμων, της ενέργειας και της εργασίας αυξάνονται, όμως ολοένα και περισσότερο οι καταναλωτές μειώνουν τις παρορμητικές και τις βολικές δαπάνες. Στην αμερικανική οικονομία καταγράφεται το παράδοξο που παρατηρείται και σε άλλες χώρες. Η οικονομία τω ΗΠΑ κινείται με πλήρη ταχύτητα, ωστόσο οι Αμερικανοί καταναλωτές δεν «νιώθουν» τους αριθμούς.
Τον περασμένο μήνα, οι Αμερικανοί καταναλωτές ήταν οι λιγότερο αισιόδοξοι για την υγεία της οικονομίας τα τελευταία 12 χρόνια, σύμφωνα με έναν δείκτη του ινστιτούτου δεξαμενής σκέψης Conference Board.
ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ OZEMPIC
Τα εστιατόρια γρήγορου φαγητού, ένας κλάδος που εκτιμάται ότι πέρυσι είχε κύκλο εργασιών σχεδόν 418 δισ. δολαρίων στις ΗΠΑ, λαμβάνουν υπόψη και τη στροφή στα πρωτεϊνικά γεύματα που επιτάσσει η εποχή του Ozempic. Τα ενέσιμα σκευάσματα GLP-1 για την απώλεια βάρους είναι πλέον εξαιρετικά διαδεδομένα και τα ταχυφαγεία προσαρμόζονται, εντάσσοντας γεύματα με λιγότερες μερίδες, περισσότερη πρωτεΐνη και πιο πολλά θρεπτικά συστατικά.

