Η ελληνική υπόθεση της περιόδου της κρίσης 2012–2015 εμφανίζεται επανειλημμένα, σε πάνω από 1.500 αναφορές στα επίμαχα αρχεία, φωτίζοντας τον τρόπο με τον οποίο η χώρα βρέθηκε στο επίκεντρο διεθνούς χρηματοπιστωτικού και πολιτικού ενδιαφέροντος.
Το υλικό καλύπτει ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που σχετίζονται με το ελληνικό πρόγραμμα διάσωσης, το τραπεζικό σύστημα, τις ανταλλαγές ελληνικού χρέους (swaps), τις ανακεφαλαιοποιήσεις, τα κρατικά ομόλογα και συγκεκριμένες επενδυτικές ευκαιρίες σε ελληνικά χρηματοπιστωτικά προϊόντα.
Παράλληλα, καταγράφονται ανταλλαγές απόψεων για τις πολιτικές εξελίξεις και τον άμεσο αντίκτυπό τους στις αγορές, με την Ελλάδα να αντιμετωπίζεται όχι αποσπασματικά αλλά ως σταθερό αντικείμενο ανάλυσης και επενδυτικού ενδιαφέροντος.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν τα emails μεταξύ του Τζέφρι Έπσταϊν και του Νόαμ Τσόμσκι, τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του 2015. Σε αλληλογραφία της 29ης Ιουνίου 2015, ο Τσόμσκι αναφέρει ότι, σύμφωνα με οικονομολόγους που εξέτασαν τα στοιχεία, περίπου το 90% των πληρωμών προς την Ελλάδα στο πλαίσιο των διασώσεων κατέληγαν τελικά σε γερμανικές και γαλλικές τράπεζες, μέσω της εξυπηρέτησης παλαιότερων δανείων. Στο ίδιο μήνυμα χαρακτηρίζει τα χρέη αυτά «odious debts» (απεχθή χρέη) και εκτιμά ότι θα έπρεπε να αναδιαρθρωθούν ριζικά ή ακόμη και να ακυρωθούν.
Ο Έπσταϊν απαντά αναπτύσσοντας εκτενή ανάλυση για τη λειτουργία της τραπεζικής λογιστικής, επισημαίνοντας την «ασυνήθιστη» φύση της, όπου τα δάνεια καταγράφονται ως περιουσιακά στοιχεία και όχι ως μετρητά. Υποστηρίζει ότι τα τραπεζικά κέρδη βασίζονται σε λογιστικές εγγραφές και όχι σε πραγματική ροή χρήματος και ότι τα πακέτα διάσωσης λειτουργούν στην πράξη ως μηχανισμός διάσωσης των πιστωτών. Επικαλούμενος τον οικονομολόγο Μαρκ Μπλάιθ, αναφέρεται στο Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), το οποίο συγκέντρωσε 440 δισ. ευρώ σε ομόλογα για τη στήριξη χωρών όπως η Ελλάδα.

Η πολιτική κρίση του καλοκαιριού του 2015 αποτυπώνεται επίσης στα αρχεία. Σε email της 6ης Ιουλίου 2015, η επικεφαλής του Edmond de Rothschild Group, Αριάν ντε Ρότσιλντ, αναφέρει ότι «ακούγεται πως ο Αλέξης Τσίπρας ήθελε “το κεφάλι” του Βαρουφάκη και το πήρε», σημειώνοντας ότι πιθανός αντικαταστάτης του Γιάνη Βαρουφάκη θα ήταν ο Ευκλείδης Τσακαλώτος. Εκτιμά μάλιστα ότι η κίνηση αυτή θα έδινε χρόνο στον πρωθυπουργό ενόψει της κρίσιμης Συνόδου Κορυφής της Ευρωζώνης. Η απάντηση του Έπσταϊν είναι ωμή: Η παραίτηση του Έλληνα υπουργού, γράφει, δεν καθιστά το πρόβλημα ευκολότερο αλλά δυσκολότερο, καθώς πλέον «θα τους ζητηθεί να έρθουν με λύση, όχι με προτάσεις. Τώρα πραγματικά τη γά@#σαν».

Στα έγγραφα περιλαμβάνεται και εσωτερικό υλικό του Γραφείου Παγκοσμίων Επενδύσεων των ΗΠΑ από τον Ιούνιο του 2012, το οποίο αφορά τηλεδιάσκεψη επενδυτών για τις επιπτώσεις των ελληνικών εκλογών εκείνης της περιόδου. Η Ελλάδα παρουσιάζεται ως παράγοντας διεθνούς συστημικού κινδύνου, με ανάλυση για το ενδεχόμενο εξόδου από την ευρωζώνη και τις πιθανές συνέπειες στις παγκόσμιες αγορές.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις ελληνικές τράπεζες. Σε αλληλογραφία του 2014 καταγράφονται συζητήσεις για επενδύσεις σε τίτλους κτήσης μετοχών (warrants) ελληνικών τραπεζών, με ειδική αναφορά στην Alpha Bank ως επενδυτικό «στοίχημα». Τα emails περιλαμβάνουν αναλύσεις για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, τη διαδικασία PSI, την κρατική συμμετοχή στις τράπεζες που κυμαινόταν μεταξύ 35% και 70%, καθώς και την προσδοκία επιστροφής στην κερδοφορία μετά τις ανακεφαλαιοποιήσεις.

Σε άλλο έγγραφο, τον Δεκέμβριο του 2013, περιγράφεται επενδυτική ευκαιρία σε βραχυπρόθεσμα ελληνικά κρατικά ομόλογα πεντάμηνης διάρκειας, με έμφαση στη χαμηλή ρευστότητα αλλά και στις αποτιμήσεις.

Παράλληλα, σε αλληλογραφία του Μαρτίου 2012, ο Έπσταϊν αναφέρεται στις ανταλλαγές ελληνικού χρέους, ενώ τον Ιούνιο του 2014 ενημερώνεται για τη δημιουργία τοπικών λογαριασμών με στόχο «long» θέσεις σε ελληνικά τραπεζικά warrants.

Συνολικά, από το υλικό που έχει δοθεί στη δημοσιότητα προκύπτει ότι η ελληνική κρίση αντιμετωπιζόταν στο παρασκήνιο ως πεδίο χρηματοπιστωτικού ρίσκου αλλά και ευκαιριών. Οι αναφορές εστιάζουν στο τραπεζικό σύστημα, στα εργαλεία διαχείρισης του χρέους και στις πολιτικές εξελίξεις που επηρέαζαν άμεσα τις αγορές, σκιαγραφώντας τον τρόπο με τον οποίο η Ελλάδα της κρίσης αναλύθηκε, αξιολογήθηκε και αξιοποιήθηκε από διεθνείς χρηματοοικονομικούς κύκλους.
