ΤΑ προβλήματα -και οι δυσλειτουργίες- που αντιμετωπίζει το κράτος είναι πολλά και σοβαρά. Τα ερωτήματα που τίθενται μπορεί να ακούγονται απλά, αλλά στην ουσία είναι πολύπλοκα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης λαμβάνει μια τολμηρή πρωτοβουλία με στόχο να διορθωθούν αστοχίες δεκαετιών, να δημιουργηθεί ένα νέο θεσμικό πλαίσιο στη λειτουργία του κράτους, να αναβαπτιστεί η εμπιστοσύνη Πολιτείας – πολιτών, να χτιστεί το «κράτος του 2030», να κάνει η Ελλάδα βήματα προς τα εμπρός.
Ο πρωθυπουργός προτείνει να υπάρξουν σημαντικές αλλαγές στο περιβόητο άρθρο περί ευθύνης υπουργών και στη διαδικασία παραπομπής πολιτικών προσώπων στη Δικαιοσύνη, στη δυνατότητα δημιουργίας ιδιωτικών πανεπιστημίων, στην εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας για μία και μοναδική θητεία έξι ετών, στη θεσμοθέτηση της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων και τη σύνδεσή της με την άρση της μονιμότητας, στην κατοχύρωση της δημοσιονομικής σταθερότητας, στην αλλαγή του τρόπου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και την ενίσχυση της προστασίας του περιβάλλοντος προσαρμοσμένη στις συνέπειες της κλιματικής κρίσης.
ΣΕ λίγες εβδομάδες θα εκκινήσει η διαδικασία για την πέμπτη Αναθεώρηση του Συντάγματος του 1975. Η σημερινή κυβέρνηση βάζει στο τραπέζι τη ρηξικέλευθη μεταρρύθμιση πολλών άρθρων, σε σχέση με προηγούμενες «γιαλαντζί» αναθεωρήσεις. Βέβαια, για να προχωρήσουν αυτές οι κρίσιμες -για την πορεία της χώρας- αλλαγές απαιτείται η συναίνεση ενός ή περισσότερων κομμάτων της αντιπολίτευσης. Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι για να αναθεωρηθεί ένα άρθρο πρέπει να ψηφιστεί από 151 και 180 βουλευτές -ή αντίστροφα- στην τωρινή και στην επόμενη Βουλή.
ΚΑΙ τώρα φτάνουμε στον ρόλο της αντιπολίτευσης. Ποια θα είναι η στάση των κομμάτων που κραυγάζουν καθημερινά και εργαλειοποιούν οτιδήποτε συμβαίνει στη χώρα, με μόνο μικροκομματικό σκοπό να πλήξουν την κυβέρνηση. Πιθανότατα όλα θα βρουν κάποιον τρόπο, κάποια δικαιολογία, για να πουν «όχι σε όλα». Δεν νομίζω να περιμένει κανείς από τον ΣΥΡΙΖΑ, τη Ζωή, τον Βελόπουλο, τον Νατσιό, τον Χαρίτση να υπερψηφίσουν κάποια από τις προτεινόμενες αλλαγές. Το ίδιο, προφανώς, ισχύει και για το ΚΚΕ, που παραδοσιακά στέκεται απέναντι στο «αστικό καθεστώς». Τον λόγο, υποθέτω, πως θα λάβουν και οι Καρυστιανού, Τσίπρας που ετοιμάζονται να φτιάξουν νέα κόμματα και, επίσης, υποθέτω πως θα πουν «όχι σε όλα».
ΑΡΑ, τι μένει; Μόνο το ΠΑΣΟΚ. Αυτή είναι η τελευταία ευκαιρία του Νίκου Ανδρουλάκη να αποδείξει πως το κόμμα του μπορεί να κινηθεί θεσμικά και με σοβαρότητα απέναντι σε αυτή την κρίσιμη διαδικασία. Θα μπει, άραγε, στον διάλογο; Θα κάνει αντιπροτάσεις; Ή θα συμπαραταχθεί με τα αντισυστημικά -υπαρκτά και υπό κατασκευή- κόμματα και κομματίδια;
ΚΑΙ, βέβαια, επειδή βρισκόμαστε περίπου έναν χρόνο πριν από τις εθνικές εκλογές, οφείλουν και οι πολίτες να αξιολογήσουν τόσο τις προτάσεις της κυβέρνησης όσο και τη στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Γιατί, μέσα από τη Συνταγματική Αναθεώρηση ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέτει τα πρώτα εκλογικά διλήμματα και αποδεικνύεται πως η Ν.Δ. παραμένει η μοναδική αξιόπιστη κυβερνητική πρόταση απέναντι στον κίνδυνο της επιστροφής σε ένα μπαχαλοποιημένο πολιτικό σκηνικό, όπως το βιώσαμε την προηγούμενη δεκαετία και το οποίο πληρώσαμε πολύ ακριβά.