Καθώς οι φανατικοί τους οπαδοί περιμένουν με ανυπομονησία μία ακόμα μεγαλειώδη εμφάνισή τους στη χώρα μας, οι Iron Maiden γυρίζουν τον χρόνο πίσω στην ταινία και πιάνουν το νήμα της θρυλικής αγγλικής μπάντας από την αρχή.

Νέος ήχος
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν ο μπασίστας Στιβ Χάρις, κόντρα στο σαρωτικό πανκ κίνημα της εποχής, έφτιαξε σχεδόν μόνος του έναν νέο ήχο, το New Wave of British Heavy Metal, βάζοντας φαρδιά πλατιά τη σφραγίδα του στη σκληρή μουσική της δεκαετίας των 70s και των 80s, επηρεάζοντας αμέτρητα συγκροτήματα και καλλιτέχνες που ακολούθησαν. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι στο ντοκιμαντέρ μιλούν για τους Iron Maiden καλλιτέχνες όπως ο Chuck D των Public Enemy, ο Τομ Μορέλο των Rage Against the Machine, ο Λαρς Ούλριχ των Metallica, o Σκοτ Ιαν των Anthrax, που θα ανοίξουν τη βραδιά στο ΟΑΚΑ, και ο Χαβιέ Μπαρδέμ, ο οποίος δηλώνει θαυμαστής τους από την εφηβική ηλικία του. Ξεκινώντας το 1975 στο Ανατολικό Λονδίνο, οι Iron Maiden έφτιαξαν σταθερή σύνθεση στο συγκρότημά τους το 1978 με τον τραγουδιστή Πολ Ντι Ανο και μαζί του ηχογράφησαν δύο ιστορικά άλμπουμ, το ομώνυμο το 1980 και το «Killers» το 1981. Οι κριτικοί, τότε, τους συνέκριναν με τα πανκ συγκροτήματα της εποχής, αλλά, όπως λέει χαρακτηριστικά ο Στιβ Χάρις, «προτιμώ να σκουπίζω τους δρόμους παρά να παίζω αυτό το αίσχος». Ομως, ο Ντι Ανο προτιμούσε περισσότερο τις καταχρήσεις και τα πάρτι και το 1981 αποσύρθηκε έπειτα από μια απαιτητική περιοδεία.
Χαρισματικός
Στη θέση του ήρθε και «έδεσε το γλυκό» ο Μπρους Ντίκινσον, ένας χαρισματικός περφόρμερ με εξαιρετικές φωνητικές δυνατότητες και πειθαρχία στρατιώτη όσον αφορά τις σκληρές απαιτήσεις μιας παγκόσμιας περιοδείας. «Ηταν σαν να παίζεις ποδόσφαιρο για την τοπική ομάδα και ξαφνικά να σε καλούν να παίξεις με τη Μάντσεστερ Σίτι ως κεντρικός επιθετικός. Ημουν, όμως, 21 ετών και είχα τρομερή αυτοπεποίθηση. Ημουν σίγουρος ότι όχι μόνο μπορούσα να αντεπεξέλθω, αλλά να κάνω και το παραπάνω», λέει ο εμβληματικός τραγουδιστής στη βρετανική εφημερίδα «Guardian» και προσθέτει: «Ηξερα πόσο φιλόδοξος ήταν ο Στιβ Χάρις και τι οραματιζόταν να κάνει ως καλλιτέχνης. Μου άρεσε πολύ που όλοι τους ήταν εξαιρετικοί μουσικοί. Δεν είχαμε όρια στο τι μπορούσαμε να κάνουμε».
Με τον Ντίκινσον στη σύνθεσή τους οι Iron Maiden ηχογράφησαν για πρώτη φορά, το 1982, το «The Number of the Beast», τον δίσκο που τους καθιέρωσε ως το κορυφαίο χέβι μέταλ συγκρότημα της εποχής με τραγούδια-ύμνους που σε κάνουν να ανατριχιάζεις έως και σήμερα, όπως το ομώνυμο, το «Run to the Hills», το «Hallowed be thy Name», το «Children of the Damned» το «22 Acacia Avenue» και το «The Prisoner».
«Οταν μπαίνεις στο στούντιο με μια σειρά από ωραία τραγούδια, δεν έχεις την αίσθηση ότι θα φτιάξεις ένα κλασικό άλμπουμ. Απλώς σκέφτεσαι ότι έχεις στα χέρια σου ένα σπουδαίο άλμπουμ, που ίσως να αρέσει και στον κόσμο», λέει ο Χάρις, ενώ ο Ντίκινσον δηλώνει ότι ήξερε πολύ καλά ότι το άλμπουμ δεν ήταν απλώς σπουδαίο, αλλά έμελλε να μείνει στην ιστορία. «Αν ξέραμε ότι είναι ένα φανταστικό άλμπουμ; Φυσικά και το ξέραμε! Καθόμασταν τα βράδια στο στούντιο μετά τις ηχογραφήσεις και ακούγαμε τα τραγούδια και δεν το πιστεύαμε ότι είχαμε φτιάξει έναν τόσο σπουδαίο δίσκο», σχολιάζει με τον ενθουσιασμό και την αυτοπεποίθηση που πάντα τον χαρακτήριζαν.

«Δεν είχα ζωή»
Ακολούθησαν εξίσου κλασικά άλμπουμ, όπως το «Piece of Mind» (1983), το «Powerslave» (1984), το «Somewhere In Time» (1986) και το «Seventh Son of a Seventh Son» (1988), ενώ παράλληλα οι παγκόσμιες περιοδείες ολοένα μεγάλωναν και επεκτείνονταν. Στο τέλος της περιοδείας για το «Powerslave», η μπάντα πλέον είχε «καεί». Ιδίως ο Ντίκινσον. «Δεν είχα ζωή πλέον. Ενιωθα ότι ζούσα μέσα σε ένα χρυσό κλουβί και αυτό που σκεφτόμουν ήταν αν αξίζει όλο αυτό, τελικά. Σκεφτόμουν μέχρι και καθηγητής ξιφασκίας να γίνω. Ηθελα να φύγω. Είχα αποκοπεί πλέον από αυτό για το οποίο μου άρεσε στη μουσική αρχικά», εξομολογείται.

Εφυγαν, αλλά επέστρεψαν…
Τη δεκαετία του 1990 το τοπίο στη μουσική άλλαζε και το γκραντζ έπαιρνε τα σκήπτρα στα charts και τις προτιμήσεις του κοινού. Ο εμβληματικός κιθαρίστας Αντριαν Σμιθ εγκατέλειψε την μπάντα πριν από την ηχογράφηση του «No Prayer for the Dying» (1990), ενώ τρία χρόνια αργότερα τον ίδιο δρόμο ακολούθησε και ο Ντίκινσον. «Ηταν σαν να ζούσα σε ένα ίδρυμα από τότε που ήμουν 20 ετών και δεν ήξερα να κάνω κάτι άλλο έξω από αυτό. Ηταν τρομακτική αυτή η συνειδητοποίηση», υπογραμμίζει.
Οι Iron Maiden συνέχισαν ασφαλώς, κυκλοφορώντας μάλλον αδιάφορους δίσκους, όπως το «The X Factor» και το «Virtual XI», ωσότου το 1999 ο Σμιθ και ο Ντίκινσον επέστρεψαν, για να κυκλοφορήσουν το υπέροχο «Brave New World». Το 2001, αποθεώθηκαν σε μια ιστορική εμφάνιση στο Ρίο ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας από 250.000 θαυμαστές τους και από εκεί και μετά τα άλμπουμ έβγαιναν σε πιο χαλαρούς ρυθμούς, χωρίς όμως να πέφτει ο πήχης σε όσα προσφέρουν καλλιτεχνικά.

Του χρόνου ξεκούραση…
Οσον αφορά το μέλλον των Iron Maiden, ο εργασιομανής Στιβ Χάρις επιβεβαιώνει ότι του χρόνου πιθανότατα τα μέλη της θρυλικής αγγλικής χέβι μέταλ μπάντας θα μείνουν στα σπίτια τους, για να απολαύσουν τον ελεύθερο χρόνο τους. «Εγώ δεν το ήθελα αυτό, αλλά είμαι ένας ανάμεσα σε έξι. Αν ήταν στο χέρι μου μόνο, θα συνεχίζαμε και την επόμενη χρονιά». «Οποιοδήποτε τραγούδι στον κόσμο κι αν ερμηνεύσουν οι Iron Maiden, θα ακούγεται σαν Iron Maiden. Είναι φοβερό αυτό το πράγμα. Οπως συμβαίνει και με τους Rolling Stones. Δεν ξέρω πώς γίνεται αυτό ούτε γιατί. Δεν ξέρω πώς προκύπτει αυτή η μαγεία. Αλλά προκύπτει», δηλώνει με την ίδια αυτοπεποίθηση που είχε στα 20 χρόνια του ο Μπρους Ντίκινσον.

Info
IRON MAIDEN
& ANTHRAX
Πού: ΟΑΚΑ
Πότε: 23 Μαΐου
Εισιτήρια: ticketmaster.gr

