
Κρυμμένο στον βυθό μιας τεχνητής λίμνης στην Πέλλα, επιστρέφει όταν η στάθμη του νερού υποχωρεί, φέρνοντας μαζί του όχι μόνο νεκρούς, αλλά και όσα οι ζωντανοί επέλεξαν να θάψουν. Με αφετηρία μια μακάβρια ανακάλυψη και οδηγό μια γυναίκα που έρχεται αντιμέτωπη με τις ίδιες τις ρίζες της, ο συγγραφέας συνθέτει ένα σκοτεινό οδοιπορικό στη μνήμη, στην ενοχή και τη σιωπή. Γιατί κάποιες αλήθειες δεν ζητούν δικαίωση, απαιτούν τίμημα.
Στον «Καθαρμό», η αλήθεια αναδύεται, σχεδόν βίαια, από τον βυθό μιας λίμνης που για χρόνια λειτουργούσε ως τάφος μνήμης και ενοχής. Ηταν συνειδητή επιλογή να δοθεί στην αλήθεια μια τόσο «φυσική» διάσταση σαν στοιχείο της φύσης που, τελικά, εκδικείται τη σιωπή;
Ναι, ήταν μια συνειδητή επιλογή από την αρχή. Ηθελα η αλήθεια να μη λειτουργεί μόνο ως πληροφορία που αποκαλύπτεται, αλλά, κυρίως, σαν μια δύναμη που υπάρχει και περιμένει. Σαν κάτι που δεν εξαφανίζεται, όσο κι αν προσπαθήσει ο άνθρωπος να την κρύψει. Η φύση έχει αυτήν την ιδιότητα. Δεν ξεχνά, δεν καλύπτει, δεν συνάπτει συμφωνίες. Οταν έρθει η ώρα, φέρνει τα πράγματα στην επιφάνεια. Η εικόνα της λίμνης που χάνει τα νερά της και αποκαλύπτει όσα βρίσκονται από κάτω λειτούργησε ακριβώς έτσι. Δεν θα έλεγα ότι η φύση εκδικείται. Θα έλεγα ότι αποκαθιστά. Φέρνει την ισορροπία. Και μέσα σε αυτήν τη διαδικασία, η αλήθεια βρίσκει τον δρόμο της.
Η Θεοδώρα δεν επιστρέφει απλώς σε έναν τόπο, αλλά σε μία εκδοχή του εαυτού της που ίσως δεν είχε ποτέ πραγματικά γνωρίσει. Είναι η μνήμη ένα καταφύγιο που προστατεύει ή μία παγίδα που ενεργοποιείται όταν ο άνθρωπος νομίζει πως είναι έτοιμος ή πιο ευάλωτος;
Η μνήμη μπορεί να λειτουργήσει και ως καταφύγιο και ως παγίδα. Από τη μία, μας δίνει ταυτότητα, μας συνδέει με όσα έχουμε ζήσει και μας βοηθά να σταθούμε. Από την άλλη, όταν μένουμε μέσα της χωρίς να προχωράμε, μπορεί να μας εγκλωβίσει. Η Θεοδώρα επιστρέφει σε έναν τόπο, αλλά στην ουσία επιστρέφει σε κομμάτια του εαυτού της που δεν είχε δει καθαρά και αυτό δεν είναι πάντα εύκολο. Γιατί πολλές φορές νομίζουμε ότι είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε το παρελθόν, αλλά, όταν έρθει εκείνη η στιγμή, καταλαβαίνουμε πόσο ευάλωτοι είμαστε. Για εμένα, τα πράγματα δεν τα καθορίζει η μνήμη, αλλά το πώς τη διαχειριζόμαστε εμείς. Αν θα τη χρησιμοποιήσουμε για να καταλάβουμε και να προχωρήσουμε ή αν θα μείνουμε πίσω, κλεισμένοι μέσα της.
Το έγκλημα στο βιβλίο δεν λειτουργεί ως μεμονωμένο γεγονός, αλλά ως σκιά που διαπερνά δεκαετίες και γενιές. Σας ενδιέφερε περισσότερο η αποκάλυψη του «ποιος» ή η κατανόηση του «γιατί» και ποιο από τα δύο θεωρείτε, τελικά, πιο ανησυχητικό;
Με ενδιέφερε περισσότερο το «γιατί». Το «ποιος» δίνει μια απάντηση. Το «γιατί» ανοίγει μια ολόκληρη διαδρομή κατανόησης. Σε μια τέτοια ιστορία, το έγκλημα δεν είναι ποτέ κάτι μεμονωμένο. Είναι αποτέλεσμα καταστάσεων και επιλογών και ίσως αυτό είναι το πιο ανησυχητικό. Οχι το ποιος έκανε κάτι, αλλά το πώς και το γιατί φτάσαμε μέχρι εκεί. Ετσι, βλέπεις πόσο εύθραυστες μπορεί να γίνουν οι ισορροπίες στον ψυχισμό του ανθρώπου.

Ο αστυνόμος Σαλονικίδης καλείται να φωτίσει μία υπόθεση που ο χρόνος έχει σχεδόν «αθωώσει». Σε έναν κόσμο όπου η Δικαιοσύνη συχνά καθυστερεί ή δεν έρχεται ποτέ, τι είναι πιο αναγκαίο: η αλήθεια ή η ειρήνη;
Το έχω συναντήσει και σε προηγούμενα βιβλία μου αυτό το δίλημμα, στον «Σασμό», στην «Εξομολόγηση»… Δεν είναι θεωρητικό. Είναι κάτι που το ζούμε. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου οι άνθρωποι επιλέγουν τη σιωπή, για να κρατήσουν μια ισορροπία. Να μη διαλυθούν οικογένειες, να μη χαλάσουν σχέσεις, να μην ξανανοίξουν πληγές. Και για ένα διάστημα αυτό λειτουργεί. Στην πραγματικότητα, όμως, τίποτα δεν κλείνει. Απλώς, μεταφέρεται. Πηγαίνει πιο κάτω στον χρόνο ή στην επόμενη γενιά. Ο Σαλονικίδης βρίσκεται μπροστά σε μία τέτοια υπόθεση. Μπορεί να την αφήσει όπως είναι ή να την ανοίξει ξανά. Ξέρει, όμως, ότι, αν την ανοίξει, κάποιοι θα πληγωθούν. Για εμένα, εκεί βρίσκεται η απάντηση. Η αλήθεια έχει κόστος, αλλά είναι η μόνη που μπορεί να βάλει ένα τέλος, ακόμα και αν κάποιες φορές δεν είναι βολική.
Η ποντιακή μνήμη δεν λειτουργεί ως απλό ιστορικό υπόβαθρο, αλλά ως ζωντανός φορέας τραύματος, σιωπής και αντοχής. Πώς ισορροπεί κανείς ανάμεσα στον σεβασμό μιας τόσο βαριάς ιστορικής μνήμης και τις απαιτήσεις της μυθοπλασίας;
Με σεβασμό και μέτρο. Η ποντιακή μνήμη δεν είναι απλώς ένα ιστορικό πλαίσιο που το χρησιμοποιείς για να χτίσεις μια ιστορία. Δεν είναι καμβάς. Είναι βίωμα, πόνος, αντοχή. Κουβαλά ανθρώπινες ζωές και δεν μπορείς να την προσεγγίσεις επιφανειακά. Η μυθοπλασία δεν έρχεται να αλλοιώσει αυτήν τη μνήμη, αλλά να τη φωτίσει μέσα από τους χαρακτήρες και τις προσωπικές τους διαδρομές. Δεν με ενδιέφερε να καταγράψω γεγονότα, αλλά να αποδώσω το βάρος και την αλήθεια που κουβαλούν οι άνθρωποι. Οταν υπάρχουν ειλικρίνεια και σεβασμός, βρίσκεις την ισορροπία. Και τότε η ιστορία δεν «εκμεταλλεύεται» τη μνήμη, αλλά της δίνει φωνή.
Αν ο καθαρμός είναι, τελικά, μια πράξη αποκάλυψης, τότε ποιο είναι το πραγματικό τίμημά της; Και, πέρα από τη λογοτεχνία, πιστεύετε ότι ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει την απόλυτη αλήθεια για τον εαυτό του και τους άλλους ή πάντα χρειάζεται ένα κομμάτι σκοταδιού για να συνεχίσει;
Το τίμημα του καθαρμού είναι ότι δεν μπορείς πια να κρυφτείς. Οταν έρθει η αλήθεια, σε φέρνει απέναντι στον καθρέφτη σου. Κι εκεί δεν μπορείς να πεις ψέματα. Δεν είμαι σίγουρος ότι ο άνθρωπος αντέχει πάντα την απόλυτη αλήθεια. Ισως, όλοι χρειαζόμαστε ένα μικρό περιθώριο, λίγο χρόνο, για να τη δεχθούμε, να τη διαχειριστούμε. Ο καθαρμός είναι η αρχή μιας δύσκολης αλλά αναγκαίας διαδικασίας. Να δεις καθαρά και να αποφασίσεις πώς θέλεις να προχωρήσεις από εκεί και πέρα.

