
Στο μυθιστόρημα «Η αγέλη» της Βίκυ Τσελεπίδου, η βία και η ανθρώπινη ψυχή εκτίθενται μέσα από τα μάτια όσων περιβάλλουν τον δράστη. Εξι αφηγητές συνθέτουν ένα σπασμένο παζλ, όπου η αλήθεια κρύβεται στα ψιθυρίσματα, στις σιωπές και τα λάθη τους. Η συγγραφέας ανοίγει ένα παράθυρο στον ψυχισμό της βίας, στον τρόπο που η κοινωνία κοιτά αλλού και στην υποχθόνια «αγέλη» που παρακολουθεί, κρίνει αλλά συχνά δεν αντιδρά. Η συνέντευξη που ακολουθεί επιχειρεί να φωτίσει αυτά τα σκοτεινά μονοπάτια μέσα από την ίδια την αφήγηση του βιβλίου.
Η αφήγηση από την οπτική του δράστη και των δικών του ανθρώπων δημιουργεί ένα ψυχολογικό καθρέφτισμα. Πώς αποφασίσατε να μπείτε μέσα στην ψυχή της βίας αντί να μείνετε στο θύμα;
«Η αγέλη» εστιάζει σε μια προσωπική ιστορία γυναικοκτονίας, με αφορμή την οποία πραγματεύεται το κοινωνικό φαινόμενο της έμφυλης βίας. Στην ουσία, αυτό που πραγματεύεται είναι το φαινόμενο «άνθρωπος», η λογική και το παράλογό του, η τρωτότητά του. Από τη μία μιλάει για τα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής, για το πόσο μόνοι και μετέωροι, παρατημένοι στο σύμπαν μπορεί να νιώθουμε κι από την άλλη για την εγγενή μας ανάγκη να ανήκουμε κάπου -ώστε να κρατηθούμε από ’κεί για να μην πέσουμε-, σε μια σχέση, σε μια αγέλη που θα μας δώσει ένα όνομα, μια ταυτότητα, μια θέση, έναν ρόλο, έναν σκοπό και θα τακτοποιήσει για λίγο το υπαρξιακό μας χάος. Σ’ αυτό το πλαίσιο -κι αφού το θύμα είναι πια νεκρό και τα θύματα της εκάστοτε κακοποίησης, στη συντριπτική πλειοψηφία τους, μένουν βουβά-, θέλησα να διερευνήσω την αντιφατική στάση του δράστη απέναντι στο θύμα, το πέρασμά του από το ένα άκρο στο άλλο, από τον δυνατό έρωτα στη δολοφονία.
Κάθε αφηγητής προσθέτει ένα κομμάτι στο παζλ του εγκλήματος. Υπήρξε στιγμή που η «αγέλη» σας επέβαλε περισσότερη σιωπή από όση θα περιμένατε; Ή που η αφήγηση αναγκάστηκε να υποχωρήσει μπροστά σε αλήθειες που πονούσαν;
«Η αγέλη» είναι κατασκευασμένη από θραύσματα αφηγήσεων, από αυτοτελή σύμπαντα που το καθένα παράγει το δικό του νόημα. Η αλήθειά της είναι κατακερματισμένη, η μόνη συμπαγής, απτή πραγματικότητα είναι το πτώμα της γυναίκας που κείται στο έδαφος. Στόχος μου, μέσω της πολυπρόσωπης αφήγησης, ήταν αφενός να φανεί η υποκειμενικότητα στη σύλληψη της πραγματικότητας και την ερμηνεία των γεγονότων, των αιτιών και των συνεπειών τους, αφετέρου να καταδειχθεί ο καθοριστικός ρόλος της αφήγησης στην κατασκευή της εκάστοτε πραγματικότητας.

Η κοινωνική πίεση και η σιωπή των γύρω μοιάζουν να τρέφουν τον γυναικοκτόνο. Πιστεύετε ότι οι παρατηρητές, οι φίλοι, η κοινωνία γενικά είναι συνένοχοι σε κάθε έγκλημα που αφήνεται να περάσει ατιμώρητο;
Πιστεύω πως είναι πολύ δύσκολο να απαλλαγεί κανείς από τα στερεότυπα μιας βαθιά πατριαρχικής κοινωνίας. Υπό αυτήν την έννοια, όλοι, συνειδητά ή μη, τρέφουμε το τέρας της πατριαρχίας, που, στην ακραία του μορφή, μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιου είδους εγκλήματα. Από την άλλη, το κλείσιμο στην ιδιωτική μας ζωή, ο φόβος «μη βρούμε τον μπελά μας, μην μπλέξουμε», η σιωπή ή η ατολμία μας, η αδιαφορία μας, τα χαμηλά μας αντανακλαστικά είναι παράγοντες που επιτείνουν το πρόβλημα και -σε συνδυασμό με μια πολιτεία που δεν επενδύει στην πρόληψη, στην ενημέρωση, στη διακριτή ποινική αντιμετώπιση του φαινομένου, στην ορατότητά του και τη λήψη αποτελεσματικότερων μέτρων- μας απομακρύνουν από τον ρόλο του ενεργού πολίτη, του καλού φίλου ή γείτονα.
Κλείνοντας το βιβλίο, ποιο «σκοτεινό ίχνος» θέλετε να μείνει στον αναγνώστη όχι ως δίδαγμα ή συμπόνοια, αλλά ως αίσθηση ότι η αλήθεια δεν είναι ποτέ μια μόνο μονοφωνική και ότι η παρατήρηση της βίας αλλάζει πάντα τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας;
Ο αναγνώστης, εννοείται, θα πάρει αυτό που εκείνος θέλει από το βιβλίο, όχι αυτό που, ενδεχομένως, εγώ θα ήθελα να πάρει. Αν ήταν, ωστόσο, στο χέρι μου, θα ήθελα αυτό το «σκοτεινό ίχνος», στο οποίο αναφέρεστε, να συνδέεται με τη συνειδητοποίηση της μοναδικής θέσης, άρα και ματιάς, που έχει ο καθένας μας στο σύμπαν, σε σχέση, ίσως, και με τον εξής προβληματισμό, που σε καμιά περίπτωση, το τονίζω, δεν ξεπλένει τον δράστη από την ακέραιη ευθύνη του: Η γυναικοκτονία ανήκει στις ακραίες πράξεις που διαταράσσουν τον εαυτό ή που έρχεται ως απόρροια ενός ήδη διαταραγμένου εαυτού; Διαταραγμένου όχι από κάποια ψυχική ασθένεια, αλλά από το πολύ απλό γεγονός της βαθιάς συνειδητοποίησης ότι ζει, άρα και ότι θα πεθάνει;
Ο δράστης συνομιλεί με το θύμα στα όρια του μυαλού του, σαν μουρμουρητό και κραυγή μαζί. Πώς η λογοτεχνία μπορεί να εκθέσει τις σκοτεινές επιθυμίες και τις υποσυνείδητες αλήθειες που η κοινωνία αρνείται να δει;
Η λογοτεχνία δεν λειτουργεί μόνο ως αισθητική αφηγηματική πράξη, αλλά και ως εργαλείο αφύπνισης, υπαρξιακής αναζήτησης και βαθύτερης κατανόησης του κόσμου, της κοινωνίας και του ανθρώπου, αναδεικνύοντας τις πολλαπλές σύνθετες πλευρές όχι μόνο εκείνου που μας είναι οικείος, αλλά και του ξένου, του διαφορετικού, του απεχθούς, ίσως, στα μάτια μας ανθρώπου. Συχνά, από πουριτανισμό, αμηχανία ή αδιαφορία, η κοινωνία αρνείται να δει μέσα στις πιο κρυφές σπηλιές του ανθρώπινου νου. Αντίθετα, η λογοτεχνία από πάντα έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να εξερευνήσει τις σκοτεινές αυτές περιοχές και να μιλήσει για την αναταραχή του εαυτού μπροστά σε θεμελιώδη ζητήματα όπως ο έρωτας ή ο θάνατος.

