
Ο Ντονάτο Καρρίζι ξετυλίγει το νήμα του «Υποβολέα» (εκδόσεις «Πατάκη»), εξηγώντας μας γιατί το αληθινό θρίλερ δεν κρύβεται στις μακάβριες λεπτομέρειες, αλλά στα ηθικά ερωτήματα που γεννούν. Με τη διπλή ιδιότητά του, ως συγγραφέας και σκηνοθέτης, ξετυλίγει τη «λογική του κακού» που διαποτίζει το έργο του και εξηγεί γιατί οι ήρωές του συχνά ξεφεύγουν από τον έλεγχό τους.
Μας μιλά για την αυτονομία των χαρακτήρων του που συχνά «δραπετεύουν» από τον δημιουργό τους και για εκείνη την γκρίζα ζώνη όπου το κακό παύει να είναι αναγνωρίσιμο, φωλιάζοντας σε ανθρώπους υπεράνω πάσης υποψίας. Μια συζήτηση για τη «λογική του κακού» που δρα στις σκιές και την αλήθεια που, όταν γίνεται εμμονή, απαιτεί το πιο υψηλό τίμημα. Μας προσκαλεί, έτσι, σε έναν κόσμο όπου η εικόνα και ο λόγος γίνονται ένα και όπου η αλήθεια είναι πάντα πιο περίπλοκη και πιο επικίνδυνη, απ’ όσο φαίνεται.
Στον «Υποβολέα», η ιστορία ξεκινά με έξι ακρωτηριασμένα χέρια παιδιών. Πώς ισορροπείτε την ακραία βία με το ψυχολογικό βάθος, ώστε να σοκάρει, αλλά και να αγγίζει τον αναγνώστη; Τι σας γοητεύει περισσότερο στα σκοτεινά μονοπάτια της ανθρώπινης ψυχής;
Η βία για εμένα δεν είναι ποτέ ο αυτοσκοπός, αλλά ένα μέσο έκφρασης. Στον «Υποβολέα», τα έξι ακρωτηριασμένα χέρια προκαλούν ένα αρχικό σοκ, όμως ο ρόλος τους είναι να γκρεμίσουν μία πόρτα: αυτή του αρχέγονου τρόμου και της απώλειας της αθωότητας. Η πραγματική πρόκληση είναι να μη βυθίζεσαι στη μακάβρια λεπτομέρεια, αλλά να τη μετουσιώνεις σε ηθικό δίλημμα. Αυτό με γοητεύει στις σκοτεινές ατραπούς της ανθρώπινης φύσης: όχι το κακό αυτό καθαυτό, αλλά η ικανότητά του να τρυπώνει στην κανονικότητα και να φωλιάζει πλάι σε ό,τι θεωρούμε «ανθρώπινο».

Η Μίλα Βάσκες και ο Γκόραν Γκαβίλα βρίσκονται σε μια σχέση τόσο συνεργασίας όσο και σύγκρουσης. Τι ήταν το πιο δύσκολο στο να χτίσετε την ένταση μεταξύ τους, ώστε κάθε κίνησή τους να είναι αποφασιστική για τη μοίρα των παιδιών;
Η Μίλα και ο Γκόραν είναι δύο μοναχικές ψυχές που αλληλοεπηρεάζονται χωρίς ποτέ να σμίγουν πραγματικά. Το δυσκολότερο στοίχημα ήταν να αποδώσω την αμοιβαία ανάγκη τους χωρίς να την κάνω να μοιάζει με φθηνή παρηγοριά. Δεν σώζουν ο ένας τον άλλον, αλλά αλληλοδοκιμάζονται. Κάθε απόφασή τους έχει ασήκωτο βάρος, γιατί ξέρουν πως το λάθος δεν είναι κάτι θεωρητικό, αλλά μια οδυνηρή πραγματικότητα – σημαίνει τον χαμό ενός παιδιού. Η ένταση γεννιέται εκεί: στο να εμπιστεύεσαι, παρόλο που ξέρεις πως ο άλλος μπορεί να λυγίσει.
Το δάσος στον «Υποβολέα» μοιάζει ζωντανό. Πόσο σημαντικό ήταν να γίνει «τρίτος χαρακτήρας», όπου ο τρόμος και το μυστήριο ζωντανεύουν φυσικά;
Το δάσος έπρεπε να αναπνέει. Δεν ήθελα ένα απλό σκηνικό, αλλά έναν ζωντανό οργανισμό που παρατηρεί, παραμονεύει και ενίοτε προστατεύει. Οταν ένας τόπος γίνεται χαρακτήρας, επιβάλλει κανόνες: τη σιωπή, τον αποπροσανατολισμό, την αίσθηση της απώλειας. Εκεί είναι όπου ο αναγνώστης χάνει τα πατήματά του, ακριβώς όπως και οι ερευνητές. Και όταν συμβαίνει αυτό, ο φόβος γίνεται πιο αυθεντικός.

Ο δράστης καθοδηγεί την ομάδα σαν «άνδρες υπεράνω υποψίας». Τι σας ενδιέφερε περισσότερο: η πλοκή ή η ψυχολογική αλήθεια του κακού που λειτουργεί πίσω από τις σκηνές;
Η πλοκή είναι σημαντική, αλλά δεν παύει να είναι η επιφάνεια. Εκείνο που με στοίχειωνε ήταν η «λογική του κακού». Ενα κακό που δεν χρειάζεται να κραυγάζει, αλλά δρα στις σκιές και χειραγωγεί. «Ανθρωποι υπεράνω υποψίας» σημαίνει ακριβώς αυτό: πρόσωπα που το βλέμμα σου θα προσπερνούσε. Η πραγματική ταραχή έρχεται όταν συνειδητοποιούμε πως το τέρας δεν έχει αναγνωρίσιμη μορφή.

Κάθε σώμα αφήνει ένα σημάδι, σαν γρίφος. Πόσο σημαντική ήταν η δομή του μυστηρίου, καθώς και τα ψυχολογικά παιχνίδια, για να κρατήσετε την ένταση μέχρι το τέλος;
Η δομή του μυστηρίου είναι μια δέσμευση απέναντι στον αναγνώστη: κάθε λεπτομέρεια έχει αξία. Τα αινίγματα και τα σημάδια πάνω στα σώματα είναι ένας βουβός διάλογος ανάμεσα στον δολοφόνο και τον διώκτη του και, κατ’ επέκταση, με τον ίδιο τον αναγνώστη. Το ψυχολογικό παιχνίδι είναι ο πυρήνας της ιστορίας, γιατί μετατρέπει την ανάγνωση σε βίωμα. Δεν ψάχνουμε απλώς τον ένοχο, αλλά και το «γιατί», αποδεχόμενοι πως η απάντηση μπορεί να μας στοιχειώσει.

Από τον πρώτο σας τίτλο μέχρι σήμερα, έχετε δημιουργήσει έναν κόσμο όπου το crime fiction γίνεται καθρέφτης της ψυχής. Τι κάνει έναν χαρακτήρα «ζωντανό» και, επίσης, μπορείτε να μας δώσετε μία μικρή γεύση, έστω ένα σπόιλερ, για τα μελλοντικά σας σχέδια ή ήρωες;
Ενας χαρακτήρας είναι «ζωντανός» όταν ξεφεύγει από τον έλεγχο του συγγραφέα του. Οταν παίρνει αποφάσεις που δεν είχες προβλέψει, όταν σε αναγκάζει να τον ακολουθήσεις, αντί να τον καθοδηγήσεις. Στο θρίλερ, αυτό είναι απαραίτητο: ο αναγνώστης πρέπει να αντιλαμβάνεται ότι ο κίνδυνος είναι πραγματικός, ότι κανείς δεν είναι ασφαλής, ούτε καν αυτός που αφηγείται την ιστορία. Οσο για το μέλλον, θα επιστρέψω σε εκείνη την γκρίζα ζώνη όπου το καλό και το κακό γίνονται ένα. Και όταν η αλήθεια μετατρέπεται σε εμμονή, το τίμημα είναι συνήθως πολύ πιο ακριβό απ’ όσο αντέχει ο νους.
