Τον Ιούνιο του 1926, ένας ηλικιωμένος άνδρας με ατημέλητα ρούχα παρασύρθηκε από τραμ, καθώς διέσχιζε τον δρόμο πηγαίνοντας προς την εκκλησία. Δεν έλαβε άμεση ιατρική φροντίδα, καθώς οι περαστικοί πίστεψαν αρχικά ότι ήταν ρακένδυτος ζητιάνος. Λίγες μέρες αργότερα, πέθανε σε ένα νοσοκομείο απόρων. Ο άνδρας αυτός ήταν ο Καταλανός αρχιτέκτονας, Αντόνι Γκαουντί, ο οποίος έμελλε να γίνει γνωστός ως ο «αρχιτέκτονας του Θεού».
Εκείνη την εποχή, κοιμόταν σε ένα ταπεινό δωμάτιο στους χώρους της βασιλικής της Σαγράδα Φαμίλια, η οποία βρισκόταν υπό κατασκευή. Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, ορισμένα από τα ιδιαίτερα, κυματιστά και πολύχρωμα κτήριά του είχαν χλευαστεί έντονα από τον τοπικό Τύπο.

Όμως ο Γκαουντί άφησε πίσω του ένα μνημειώδες έργο. Πέθανε στα μισά της κατασκευής της Σαγράδα Φαμίλια (Αγία Οικογένεια) – μιας εμβληματικής, πανύψηλης εκκλησίας στη Βαρκελώνη, στη βορειοανατολική Ισπανία. Από μακριά, η εκκλησία υψώνεται πάνω από τον ορίζοντα της πόλης σαν ένα επιβλητικό μεγαθήριο. Από κοντά, μοιάζει ακόμα περισσότερο με ζωντανό οργανισμό. Υπνωτιστικά λεπτομερείς προσόψεις που απεικονίζουν βιβλικά θέματα μοιάζουν να φυτρώνουν μέσα από την πέτρα.
Η κατασκευή της Σαγράδα Φαμίλια, άρχισε το 1882 και εξαρχής προοριζόταν να συνεχιστεί για πολύ καιρό μετά τον θάνατό του, παρουσίασε εξαιρετικές προκλήσεις. Τα προσχέδια και οι μακέτες του Γκαουντί καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου το 1936, αφήνοντας ελάχιστο υλικό στους διαδόχους του για να εργαστούν. Υπήρξε μια εποχή που θεωρούνταν ότι οι πανύψηλοι πύργοι της ήταν υπερβολικά ψηλοί για τα θεμέλιά τους και ευάλωτοι στον άνεμο.
Παρ’ όλα αυτά, 100 χρόνια μετά τον θάνατο του Γκαουντί, ο Πάπας Λέων ΙΔ΄ επισκέπτεται τη Σαγράδα Φαμίλια καθώς εγκαινιάζεται η κεντρική κορυφή της εκκλησίας – ο Πύργος του Ιησού Χριστού. Στέκεται ολοκληρωμένος στα 172,5 μέτρα. Αυτό χάρισε στη Σαγράδα Φαμίλια τον τίτλο της ψηλότερης εκκλησίας στον κόσμο.

Αυτοί οι αδιανόητα ψηλοί πύργοι, σήμα-κατατεθέν της Βαρκελώνης κατασκευάστηκαν χάρη σε έναν συνδυασμό αρχαίας έμπνευσης και σύγχρονης μηχανικής. Η ολοκλήρωσή της αναμένεται γύρω στο 2035, με τρεις προσόψεις και 18 πύργους.
Η κληρονομιά του Γκαουντί προσελκύει εκατομμύρια επισκέπτες στη Βαρκελώνη κάθε χρόνο και επτά από τα έργα του αποτελούν μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO. Τα κύρια κτήρια του Γκαουντί στη Βαρκελώνη αποφέρουν συνολικά ετήσια έσοδα περίπου 240 εκατομμυρίων ευρώ χάρη στα εισιτήρια, σύμφωνα με την τοπική εφημερίδα La Vanguardia. Πέρυσι, 4,9 εκατομμύρια άνθρωποι επισκέφθηκαν τη βασιλική, σημειώνοντας νέο ρεκόρ, με το αντίτιμο των εισιτηρίων τους να χρηματοδοτεί τη συνεχιζόμενη κατασκευή της.
Αρχαία έμπνευση
Ως νέος, εξαιρετικά φιλόδοξος και ευλαβής Καθολικός αρχιτέκτονας, ο Γκαουντί είχε δύο στόχους, δήλωσε στο BBC ο Γκάις βαν Χένσμπεργκεν, ιστορικός τέχνης και βιογράφος του Γκαουντί.
«Να δημιουργήσει –πρώτα απ’ όλα– μια Βίβλο από πέτρα, η οποία είναι η Σαγράδα Φαμίλια. Αλλά και να διορθώσει όλα τα λάθη των προηγούμενων αρχιτεκτονικών στυλ».
Για να το πετύχει αυτό, έπρεπε να στρέψει το βλέμμα του σε ένα από τα θαύματα του αρχαίου κόσμου, την Αψίδα του Τακ-ι Κίσρα στην αρχαία πόλη Κτησιφώντα, στο σημερινό Ιράκ. Χτισμένη γύρω στον 3ο με 6ο αιώνα μ.Χ. και με ύψος 30 μέτρα, η αψίδα αποτελεί ένα επιβλητικό πρώιμο παράδειγμα αυτού του τύπου της κατασκευής που ονομάζεται αλυσοειδής αψίδα.
Για να γίνει κατανοητό το σχήμα μιας αλυσοειδούς αψίδας, φανταστείτε μια αλυσίδα που την κρατάτε μόνο από τις δύο άκρες της. Κρέμεται δημιουργώντας μια καμπύλη. Αν αναποδογυρίσετε αυτή την καμπύλη και χτίσετε μια πέτρινη αψίδα ακολουθώντας το σχήμα της, αυτή θα είναι εξαιρετικά σταθερή. Η Αψίδα του Τακ-ι Κίσρα στέκεται ακόμα και σήμερα και παραμένει η μεγαλύτερη αψίδα από τούβλο στον κόσμο.
«Θεωρούνταν ένα από τα επτά θαύματα του κόσμου», λέει ο βαν Χένσμπεργκεν. Ο Γκαουντί αναζητούσε με πάθος φωτογραφίες αρχαίων θαυμάτων όπως αυτή η αψίδα. Ως φιλόδοξος αρχιτέκτονας, «είναι αδύνατο να μην ήθελε να δημιουργήσει ένα νέο θαύμα του κόσμου», αναφέρει ο βαν Χένσμπεργκεν.
Μετά από δεκαετίες επίπονης έρευνας, ο Γκαουντί πείστηκε ότι η αλυσοειδής αψίδα θα τον βοηθούσε να διορθώσει αυτό που ο ίδιος θεωρούσε ως ένα ενοχλητικό στοιχείο στους καθεδρικούς ναούς της εποχής του.
Οι μεγάλοι νεογοτθικοί ναοί βασίζονταν σε αντηρίδες – πέτρινα «δάχτυλα» που εκτείνονταν από τους επάνω τοίχους μέχρι τα χαμηλότερα επίπεδα – για να στηρίξουν τις περίτεχνες θολωτές οροφές τους. Ο Γκαουντί ήταν ανένδοτος στο ότι δεν θα χρησιμοποιούσε αντηρίδες στην εκκλησία του. Τις θεωρούσε «δεκανίκια» για να κρατούν όρθιο ένα κτήριο που δεν μπορούσε να αντέξει το ίδιο του το βάρος.

Αντίθετα, στράφηκε στην αλυσοειδή αψίδα για τα σχέδια των κιόνων του κεντρικού κλίτους, επιτρέποντας στο κτήριο να στηρίζει το δικό του βάρος, καθώς και τους 18 πύργους του. «Χρησιμοποίησε τις αλυσοειδείς καμπύλες για να βρει τις πιο αποδοτικές φόρμες», σημείωσε ο Λίαμ Νταφ, πολιτικός μηχανικός με εξειδίκευση στον δομοσταστικό σχεδιασμό, που ηγείται μιας ομάδας που εργάζεται στη Σαγράδα Φαμίλια. «Είναι ένα πολύ κομψό σχήμα και όμως κάνει τη δουλειά, αυτοστηρίζεται», τόνισε ο βαν Χένσμπεργκεν.
Το λιτό σχήμα της αλυσοειδούς αψίδας ανταποκρινόταν επίσης στην πρώτη επιθυμία του Γκαουντί: Να δημιουργήσει μια Βίβλο από πέτρα. «Ήταν ξεκάθαρα κάποιος που γοητευόταν από τα μαθηματικά, αλλά αυτό συνέβαινε πάντα επειδή τα θεωρούσε έργο του Δημιουργού», τόνισε ο βαν Χένσμπεργκεν. Ο Γκαουντί πίστευε ότι η βαρύτητα και η αλυσοειδής αψίδα ήταν θεϊκές εφευρέσεις. «Αυτό, για εκείνον, θα το καθιστούσε ένα υπέροχο μοτίβο, μια υπόκλιση, ας πούμε, στον Θεό ως τον σπουδαίο αρχιτέκτονα».
Καθώς οι γνώσεις του Γκαουντί για τις κατασκευές και τις δυνάμεις εξελίσσονταν, απέκτησε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση ώστε να αφαιρέσει από τη βασιλική τους θόλους και τις αψίδες που δεν ήταν δομικά απαραίτητες.

Η τελική εκδοχή του Γκαουντί κατάργησε όλα τα στηρίγματα εκτός από τα απολύτως απαραίτητα. Χρησιμοποίησε λιτούς, διακλαδιζόμενους κίονες μέσα στο κεντρικό κλίτος, τον κεντρικό χώρο δηλαδή στο εσωτερικό της εκκλησίας. Αντλώντας έμπνευση από τη φύση, αυτοί μοιάζουν με δέντρα, των οποίων τα κλαδιά εκτείνονται προς τα πάνω για να δεχτούν το βάρος της οροφής και των πύργων από πάνω.
Στεκόμενος κανείς στο κεντρικό κλίτος της εκκλησίας, που φωτίζεται με πορτοκαλί και κόκκινες αποχρώσεις, οι οποίες διαπερνούν τα δυτικά βιτρό παράθυρα, οι κίονες-δέντρα δίνουν την ψευδαίσθηση της έλλειψης βαρύτητας. Καθώς τεντώνεις τον λαιμό σου για να δεις πού ενώνονται τα δέντρα με τη στολισμένη με λουλούδια οροφή, είναι δύσκολο να πιστέψεις ότι κάθε δέντρο σηκώνει μια αφάνταστη πίεση από ψηλά.
Πύργοι με μεγάλο βάρος

Παρά τον λιτό και οικονομικό σχεδιασμό τους, υπήρξε μια τεράστια πρόκληση κατά την κατασκευή ενός από τους ψηλότερους πύργους: Ήταν υπερβολικά βαρύς. Ο Πύργος της Παναγίας έχει ύψος 138 μέτρα, δεύτερος σε ύψος μόνο μετά τον κεντρικό Πύργο του Ιησού Χριστού που φτάνει τα 172,5 μέτρα.
Όταν ο Πύργος της Παναγίας βρισκόταν υπό κατασκευή, διαπιστώθηκε ότι οι κίονες από κάτω θα υπερφορτώνονταν αν ο πύργος χτιζόταν με παραδοσιακές μεθόδους τοιχοποιίας ή με οπλισμένο σκυρόδεμα με πέτρινη επένδυση.
Μια λύση ήταν ένας εσωτερικός χαλύβδινος σκελετός για τη στήριξη του πύργου, επενδεδυμένος με λεπτότερα πάνελ σκυροδέματος για να ελαφρύνει το φορτίο του πύργου. Με αυτό το σχέδιο, η Σαγράδα Φαμίλια ζήτησε το 2014 τις υπηρεσίες μιας ομάδας μηχανικών από την εταιρεία Arup στο Ηνωμένο Βασίλειο.
«Η Σαγράδα Φαμίλια είναι ένα θρυλικό μέρος, έτσι δεν είναι;» λέει ο μηχανικός Στιβ ΜακΚέτσνι,ο οποίος συμμετείχε στο έργο από τα πρώτα στάδια. «Είναι κάτι στο οποίο θα ονειρευόσουν να συμμετάσχεις, και απλά ήρθε σε εμάς».
Οι μηχανικοί της βρετανικής εταιρείαας είχαν μια ριζοσπαστική ιδέα για να αντιμετωπίσουν το βάρος του πύργου. Πρότειναν να εγκαταλειφθεί εντελώς ο χαλύβδινος σκελετός και το οπλισμένο σκυρόδεμα. Αντίθετα, πρότειναν τη χρήση ενός λεπτότερου στρώματος πέτρας, ενισχυμένου με εσωτερικούς χαλύβδινους σύνδεσμους. Αυτό αποτελούσε μια σημαντική απόκλιση από το αρχικό σχέδιο.

«Αυτό ήταν μια πολύ μεγάλη αλλαγή», λέει ο ΜακΚέτσνι. «Υπήρξε μια περίοδος που πιστεύαμε ότι οι υπηρεσίες μας δεν θα χρειάζονταν και το έργο πάγωσε για λίγο». Ευτυχώς, λέει ο ΜακΚέτσνι, αυτό άλλαξε.
Η θεωρία πίσω από την ιδέα των πέτρινων πάνελ είναι ότι η τοιχοποιία μπορεί να είναι εξαιρετικά ισχυρή αν συμπιεστεί. Αν κάνεις το αντίθετο από τη συμπίεση και προσπαθήσεις να την τραβήξεις (εφελκυσμός), ραγίζει εύκολα υπό την τάση και χάνει τη δύναμή της.
Όταν ο άνεμος πνέει πάνω σε έναν πύργο και τον σπρώχνει προς τα πίσω, θέτει την προσήνεμη πλευρά του πύργου υπό τάση. Φανταστείτε να γέρνετε εσείς οι ίδιοι προς τα πίσω – το πίσω μέρος του σώματός σας θα υποστεί μια ελαφριά συμπίεση, ενώ το μπροστινό σας μέρος θα τεντωθεί υπό τάση. Αυτή η τάση θέτει τον πέτρινο πύργο σε κίνδυνο ρωγμών και ζημιών.
Το σχήμα της αλυσοειδούς αψίδας βοηθά να διατηρηθεί η πέτρα σε συμπίεση χρησιμοποιώντας την ίδια τη μάζα του πύργου. Όμως, η χρήση πάνελ που έχουν προενταθεί εσωτερικά με χαλύβδινους σύνδεσμους προσθέτει ακόμη μεγαλύτερη συμπίεση, καθιστώντας την κατασκευή ισχυρότερη. Με αυτόν τον σχεδιασμό, όταν φυσάει ο άνεμος, εμφανίζεται ελάχιστη τάση στην προσήνεμη πλευρά.
Οι σύνδεσμοι πάνω και ανάμεσα στα παράθυρα βοήθησαν επίσης στην προένταση περιοχών που διαφορετικά θα ήταν επιρρεπείς σε ρωγμές. Αυτό ήταν σημαντικό, επειδή τα σχέδια του Γκαουντί ήταν γεμάτα παράθυρα, επιτρέποντας στο φυσικό φως να ρέει άφθονο μέσα στη βασιλική από κάτω.
Αν και τα παράθυρα πρόσθεσαν πολυπλοκότητα στον σχεδιασμό, αποτελούν σημαντικό μέρος της ομορφιάς του πύργου, λέει ο ΜακΚέτσνι. «Χωρίς τα παράθυρα, το νόημα του πύργου χάνεται, έτσι δεν είναι;»
Ο Πύργος της Παναγίας και άλλοι πέντε κεντρικοί πύργοι ολοκληρώθηκαν με τη χρήση πέτρινων πάνελ, συμπεριλαμβανομένου του Πύργου του Ιησού Χριστού. Από το 2014, η Σαγράδα Φαμίλια χρησιμοποιεί ευρέως αυτή τη μέθοδο. «Ο Γκαουντί θα ήταν πραγματικά ενθουσιασμένος με τις δυνατότητες» αυτών των νέων τεχνολογιών, πιστεύει ο Βαν Χένσμπεργκεν.
Ο Γκαουντί πειραματίστηκε με διάφορες μεθόδους στον Πύργο του Αγίου Βαρνάβα στην Πρόσοψη της Γέννησης, ο οποίος ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια της ζωής του. Ξεκίνησε από τη βάση με ψαμμίτη που εξορύχθηκε από το κοντινό βουνό Μονζουίκ, ο οποίος ποικίλλει διακριτικά σε χρώμα από γκρι σε μπεζ, πράσινο, ώχρα, χρυσό, μωβ και κόκκινο. Προς την κορυφή, χρησιμοποιούσε τσιμέντο Πόρτλαντ.
«Ήταν ένα νέο υλικό στη Βαρκελώνη εκείνη την εποχή, και έτσι πειραματιζόταν ήδη, βλέποντας τις νέες τεχνολογίες να καταφθάνουν», λέει ο Νταφ.
Οι πειραματισμοί του απέδωσαν καρπούς. «Είναι εντυπωσιακό να γνωρίζεις την ποιότητα της κατασκευής από την εποχή του Γκαουντί», λέει ο Φερνάντο Βίγια, διευθυντής τεχνολογίας και καινοτομίας στη Σαγράδα Φαμίλια, ο οποίος περιγράφει την κορυφή του Πύργου του Αγίου Βαρνάβα ως «τέλεια» μετά από 100 χρόνια.
Η ακόμα ημιτελής εκκλησία του Γκαουντί

Καθώς υψηλοί προσκεκλημένοι, συμπεριλαμβανομένου του Πάπα Λέοντα ΙΔ΄, συγκεντρώνονται για να εγκαινιάσουν τον ψηλότερο πύργο της εκκλησίας στην εκατονταετηρίδα από τον θάνατο του Γκαουντί, η κατασκευή απέχει ακόμη πολύ από την ολοκλήρωσή της. Μεταξύ άλλων, η κύρια όψη της εκκλησίας, η Πρόσοψη της Δόξας, μένει ακόμα να ολοκληρωθεί.
Ακόμη και μετά την ολοκλήρωση, οι σύγχρονες τεχνολογίες θα βοηθήσουν στη συντήρηση του κτηρίου. Οι αλλαγές στον άνεμο, τη θερμοκρασία και η κίνηση του κτηρίου με την πάροδο του χρόνου μπορούν να οδηγήσουν στην εξάπλωση ρωγμών στο εσωτερικό και το εξωτερικό της εκκλησίας, λέει ο Βίγια.
Παλαιότερα η Σαγράδα Φαμίλια βασιζόταν σε αναρριχητές για την επιθεώρηση ρωγμών και ελαττωμάτων στο κτήριο, οι οποίοι χρειάζονταν δύο χρόνια για να ελέγξουν κάθε σημείο της βασιλικής. Σήμερα, χρησιμοποιούν drones και τεχνητή νοημοσύνη (AI) για τον εντοπισμό ρωγμών που χρειάζονται προσοχή. «Μόλις εκπαιδευτεί η AI, θα είναι δυνατό να σκανάρουμε όλη τη βασιλική σε έναν μήνα», λέει ο Βίγια.
Κάθε άλλο παρά ένα στατικό μνημείο από πέτρα, η Σαγράδα Φαμίλια ανταποκρίνεται στα στοιχεία της φύσης σχεδόν σαν ζωντανός οργανισμός. Αυτή η συνεχής κίνηση και εξέλιξη συνάδει με τον οργανικό σχεδιασμό που έδωσε ο Γκαουντί στην εκκλησία, αναφέρει ο Βίγια. «Η φύση είναι ο δάσκαλός του».
Αναγνώριση του έργου του Γκαουντί
Η επίσκεψη του Πάπα Λέοντα, η τρίτη από Πάπα, πραγματοποιείται έναν χρόνο αφότου το Βατικανό ενέκρινε ένα σημαντικό βήμα προς την αγιοποίηση του Γκαουντί. «Το πιο εντυπωσιακό με την επίσκεψη του Πάπα Λέοντα είναι ακριβώς ότι, παράλληλα με την ευλογία του Πύργου του Ιησού Χριστού, έρχεται να συναντήσει τον Γκαουντί ως έναν πνευματικό φίλο», δήλωσε στο Reuters η μελετήτρια του Γκαουντί και της αρχιτεκτονικής, Κιάρα Κούρτι.
«Υπάρχει μια αλλαγή στην αντίληψη για το έργο του Γκαουντί. Παλαιότερα, τα έργα του επικρίνονταν – αν και κάποιοι τα εκτιμούσαν. Τώρα όλη η προσοχή είναι στραμμένη στο ίδιο το πρόσωπο».
Ο Ολλανδός ιστορικός τέχνης και βιογράφος του Γκαουντί, Χάις βαν Χένσμπεργκεν, δήλωσε ότι η αναγνώρισή του από την εκκλησία ήταν αρμόζουσα για έναν άνθρωπο που καθοδηγούνταν από ισχυρές θρησκευτικές πεποιθήσεις.
«(Ο Γκαουντί) ενσαρκώνει τη ρομαντική ιδέα του 19ου αιώνα για τον μποέμ καλλιτέχνη, κάποιον που έζησε αφοσιωμένος σε μια αποστολή, ανεξάρτητα από το τι έλεγαν οι άλλοι», είπε, προσθέτοντας ότι ο Γκαουντί θα εκπλήσσονταν από τη σημερινή του δημοτικότητα.

