Η Πέρσα Κουμούτση είναι από τις σημαντικότερες μεταφράστριες της αραβικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα και συγγραφέας με μακρά πορεία στο πεδίο των γραμμάτων.
Με το έργο της έχει δημιουργήσει έναν ουσιαστικό δίαυλο ανάμεσα στον αραβικό και τον ελληνικό πολιτισμό, μέσα από μεταφράσεις, μελέτες και λογοτεχνικά κείμενα που εστιάζουν στον άνθρωπο και στις εσωτερικές του συγκρούσεις. Η συζήτηση που ακολουθεί αφορά τη μνήμη, την ταυτότητα, τη μετάφραση και τον ρόλο της λογοτεχνίας ως γέφυρας ανάμεσα σε κόσμους.
_Μεγαλώσατε στο Κάιρο, σε έναν τόπο όπου το φως, οι μυρωδιές και οι ήχοι δεν είναι απλώς σκηνικό αλλά σχεδόν μνήμη στο σώμα. Οταν όλα αυτά επιστρέφουν μέσα σας, στη γραφή, είναι έμπνευση που σας κινεί ή μια νοσταλγία που δεν ησυχάζει ποτέ;
Κατ’ αρχάς, σας ευχαριστώ για την ευγενική εισαγωγή. Κάθε τι που βιώνουμε στη ζωή καταγράφεται στο υποσυνείδητό μας. Η βιωματική εμπειρία καθορίζει σε μεγάλο βαθμό το ποιοι είμαστε, τι επιδιώκουμε και τι μας δίνει εσωτερική ή πνευματική πληρότητα.
Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου έως και το πέρας των σπουδών μου, τα έζησα στο Κάιρο, περίπου δυόμιση δεκαετίες, τις πιο καθοριστικές στη ζωή ενός ανθρώπου. Περπάτησα στις μεγάλες και μικρές γειτονιές του, συχνά αναρωτώμενη πόσο τυχαίο είναι να γεννηθεί κανείς σε έναν τόπο, ενώ του αποδίδεται μια διαφορετική πολιτισμική ταυτότητα.
Με τα χρόνια συνειδητοποίησα ότι αυτός ο διχασμός δεν έπρεπε να υπάρχει. Οι δύο ταυτότητες δεν ακυρώνουν η μία την άλλη·συνυπάρχουν και με συγκροτούν. Αυτή τη διαδρομή μέχρι την αποδοχή θέλησα να τη μεταφέρω στο χαρτί.
_Στα προσωπικά σας βιβλία, από το «Δυτικά του Νείλου» και το «Στους δρόμους του Καΐρου» μέχρι τις «Αλεξανδρινές φωνές», διατρέχει σταθερά μια ανατομία της γυναικείας ψυχής αλλά και των κοινωνικών συμβάσεων. Οταν γράφετε, λειτουργείτε ως φωνή για τις γυναίκες της Ανατολής που δεν μπορούν να μιλήσουν ή σας απασχολεί περισσότερο η οικουμενικότητα του γυναικείου τραύματος, ανεξαρτήτως γεωγραφίας;
Λειτουργώ ως συνείδηση που προσπαθεί να κατανοήσει τον άνθρωπο και τους μηχανισμούς της ύπαρξης, το γιατί τα πράγματα συμβαίνουν όπως συμβαίνουν. Το τοπικό ή το ατομικό είναι για μένα το εφαλτήριο για να φτάσω στο ουσιαστικό. Η γυναίκα δεν είναι παρά ένα σημείο εκκίνησης για να εισχωρήσω στη γενικότερη ανθρώπινη ψυχή.
Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα. Πρόκειται για εκδοχές της ίδιας ανθρώπινης φύσης, που διαφοροποιούνται από τη ψυχοσύνθεση, τις εμπειρίες και το περιβάλλον κάθε ανθρώπου.
Παρ’ όλα αυτά, σε έργα όπως η ανθολογία ποίησης γυναικών που εκδόθηκε πριν τρία χρόνια, αλλά και σε άλλα κείμενα με γυναικείες μορφές στο επίκεντρο, κύριο μέλημά μου ήταν να δώσω φωνή σε γυναίκες που δεν ακούγονται – είτε γιατί δεν μπορούν, είτε γιατί δεν υπάρχει διάθεση να ακουστούν.
Οι προκαταλήψεις εξακολουθούν να υπάρχουν. Ακόμη και στον χώρο μας, συναντά κανείς έναν πολιτισμικό αναλφαβητισμό, μια αδυναμία να ανοιχτούν οι ορίζοντες προς άλλους πολιτισμούς.
_Σε αποκαλούν μόνιμα «γέφυρα» ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς. Ομως οι γέφυρες, για να ενώσουν δύο όχθες, πατούν σταθερά στο κενό και δέχονται όλα τα φορτία. Ενιωσες ποτέ αυτή την ιδιότυπη «μοναξιά» του ενδιάμεσου χώρου; Να θεωρείσαι «Ανατολίτισσα» στην Ευρώπη και «Ευρωπαία» στον αραβικό κόσμο;
Ναι, πολλές φορές ένιωσα αυτή τη μοναξιά, έναν ιδιότυπο ενδιάμεσο χώρο, μια μορφή απομόνωσης. Ωστόσο, για μένα αποδείχθηκε ιδιαίτερα δημιουργική. Στα πρώτα μου βήματα ένιωθα ότι το λογοτεχνικό κατεστημένο δυσκολευόταν να με τοποθετήσει σε μια συγκεκριμένη κατηγορία, σε ένα είδος. Δίσταζαν, και συχνά απλώς έστρεφαν αλλού το βλέμμα.
Είναι πιο εύκολο να περιορίζουμε ανθρώπους που δεν μας μοιάζουν, να τους βάζουμε μια ταμπέλα. Η λογοτεχνία όμως δεν έχει όρια ούτε σύνορα. Το να διαθέτει κανείς μια πιο σύνθετη οπτική θα έπρεπε να θεωρείται πλεονέκτημα, όχι μειονέκτημα.
_Με τη μετάφραση του «Βιβλίου της εξαφάνισης» της Ιπτισάμ Αζεμ αλλά και της ποίησης του Ναζουάν Νταρουίς, άγγιξες το πιο βαθύ, ανοιχτό τραύμα της Μέσης Ανατολής: την απώλεια της πατρίδας και την αόρατη ύπαρξη. Οταν μεταφράζεις κείμενα που στάζουν αίμα και διεκδικούν το δίκαιο ενός ολόκληρου λαού, πώς διαχειρίζεσαι το συναισθηματικό βάρος; Μπορεί η αισθητική της λογοτεχνίας να παραμείνει «καθαρή» όταν υπηρετεί μια τόσο σκληρή ιστορική αλήθεια;
Πολύ ενδιαφέρουσα ερώτηση και δεν την είχα σκεφτεί. Ξέρω ότι ταυτίζομαι με τους γράφοντες, νιώθω τον πόνο τους βαθιά, οικειοποιούμαι την ταυτότητα και τα υπαρξιακά τους προβλήματα συχνά και τα τραύματά τους και ίσως για αυτό το αποτέλεσμα είναι συνήθως ρέον, φυσικό κι αληθινό. Δεν υπερβάλλω, ούτε απλώς μεταφέρω μηχανικά τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Τα αναλύω μέσα μου βαθιά για να τα μεταφέρω έπειτα αυτούσια σε μια νέα γλωσσική πραγματικότητα, ένα νέο πολιτισμικό περιβάλλον. Γιατί αυτός είναι ουσιαστικά ο ρόλος της λογοτεχνικής μετάφρασης.
_Εχετε δηλώσει στο παρελθόν ότι σας θέλγουν οι εσωτερικές συγκρούσεις των ηρώων σας.
Κοιτάζοντας σήμερα το σύνολο του έργου σας, ποιο είναι το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό μέσα σας και εξακολουθείτε να προσπαθείτε να απαντήσετε μέσα από τη γραφή;
Παλαιότερα με απασχολούσαν έντονα τα υπαρξιακά ζητήματα και, ακόμη νωρίτερα, το θέμα της ταυτότητας και του «ανήκειν». Με τα χρόνια όμως αισθάνομαι ότι έχω συμφιλιωθεί και με τα δύο. Σήμερα, αυτό που με απασχολεί περισσότερο είναι το ζήτημα της δικαιοσύνης, το οποίο θεωρώ θεμελιώδες και από τα πιο κρίσιμα ζητήματα της εποχής μας. Ζούμε σε δύσκολες εποχές, αν και βέβαια ο άνθρωπος πάντοτε ερχόταν αντιμέτωπος με παρόμοιες προκλήσεις.






















