Τι θα συνέβαινε αν ο χρόνος έχανε τη γραμμικότητά του και οι σημαντικότερες προσωπικότητες της Ιστορίας μπορούσαν να συναντηθούν ξανά, πέρα από τα όρια της εποχής τους;
Αυτό το ερώτημα γίνεται η αφετηρία της νέας, εμπλουτισμένης έκδοσης του μυθιστορήματος «Η τέχνη του να μην Πεθάνεις – Οι Απείθαρχοι» (Εκδόσεις Ανεμος). Σε έναν παράδοξο ουρανοξύστη, όπου η μνήμη, η λήθη και οι ανθρώπινες πληγές συνυπάρχουν, η Σεμίνα Διγενή χτίζει ένα πρωτότυπο λογοτεχνικό σύμπαν. Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου, μιλά για τη δύναμη της απείθειας, τη μνήμη και τους ανθρώπους που συνεχίζουν να συνομιλούν με τον χρόνο.
Στον ουρανοξύστη σας δεν συναντιούνται οι «ένδοξες» εκδοχές των ιστορικών προσώπων, αλλά οι πιο ευάλωτες πλευρές τους. Τι σας γοητεύει περισσότερο στον άνθρωπο πίσω από τον μύθο;
-Η Ιστορία θεωρώ πως έχει μια παράξενη συνήθεια, γυαλίζει συχνά τα πρόσωπα τόσο πολύ, ώστε στο τέλος εξαφανίζει τις ρωγμές τους. Ομως, μέσα από αυτές τις ρωγμές περνά το φως και κρύβεται η πραγματική ιστορία. Δεν με ενδιαφέρει π.χ. όταν ο Αττίλας κοιτάζει τον χάρτη. Με ενδιαφέρει όταν αμφιβάλλει. Δεν με συγκινεί ένας ποιητής τόσο επειδή έγινε αθάνατος, αλλά επειδή κάποτε φοβήθηκε ότι δεν θα τον διαβάσει κανείς. Δεν θαυμάζω έναν επαναστάτη επειδή νίκησε, αλλά επειδή βρήκε το κουράγιο να σηκωθεί ύστερα από μια ήττα. Πάντα πίστευα πως οι μεγάλοι άνθρωποι δεν είναι μεγάλοι επειδή δεν έπεσαν ποτέ. Είναι μεγάλοι επειδή σηκώθηκαν περισσότερες φορές απ’ όσες έπεσαν. Πάντως, όταν το έγραφα, πέρασα υπέροχα, καταγράφοντας και «ζώντας» όλες αυτές τις αλλόκοτες «διαμονές» και «συναντήσεις» των απείθαρχων, αλλά και από το παιχνίδι μου μαζί τους. Δεν είναι και λίγο να συνευρίσκονται «αναστημένοι» ο Βέγγος με τον Σαραμάγκου, ο Αϊνστάιν με τη Γουάινχάουζ και τον Χόκινγκ, η Νίνου με τη Μονρόε, ο Μπαρτ με την Κοτοπούλη, ο Λένιν με την Ελλη Αλεξίου, η Ντίτριχ με τον Χέμινγουεϊ, ο Μπόουι με τη μαμά του κι εσύ να είσαι εκεί. Να ανεβοκατεβαίνεις μαζί τους στους Ορόφους της Εντροπίας, του Επανασχεδιασμού, των Τραυμάτων, των Αυτοκτονιών, του Τίποτε, του Παιδικού Εαυτού, των Πειραμάτων, μέχρι και στο Ρετιρέ της Λήθης, που πάνε να εξαγνιστούν από επώδυνες ή τοξικές αναμνήσεις, αφού εκεί ένα παντοδύναμο detox διαλύει βασανιστικές λύπες διαρκείας, απομακρύνει νεκρά κύτταρα ενοχών και επουλώνει ματωμένες ραγάδες αναμνήσεων. Ηταν εντυπωσιακή εμπειρία για κάποια που δεν πιστεύει στη λέξη «τέλος» κι ότι τα αποτυπώματα των ανθρώπων δεν χάνονται.

Η μνήμη αποτελεί τον πυρήνα του βιβλίου, ενώ απέναντί της βρίσκεται η λήθη. Πιστεύετε ότι ο άνθρωπος σώζεται περισσότερο όταν θυμάται ή όταν συγχωρεί;
-Εχω τη γνώμη πως η μνήμη χωρίς αλήθεια γίνεται νοσταλγία ή εκδίκηση. Η συγχώρεση χωρίς αλήθεια γίνεται συνενοχή. Πρέπει πρώτα να κοιτάξεις κατάματα ό,τι συνέβη, να το καταλάβεις, να το ονομάσεις και ύστερα να αποφασίσεις αν μπορείς να το συγχωρήσεις. Αυτό ισχύει για τους ανθρώπους, αλλά και για τους λαούς. Οταν μια κοινωνία ξεχνά δυνάστες, πολέμους, εκμετάλλευση, αλλά και όσους θυσιάστηκαν για μια δίκαιη ζωή, γίνεται πιο ευάλωτη. Η λήθη είναι ο καλύτερος σύμμαχος κάθε εξουσίας που θέλει να ξαναγράψει την Ιστορία όπως τη βολεύει. Υπάρχουν βέβαια προσωπικές πληγές που η συγχώρεση μπορεί να τις απαλύνει. Υπάρχουν όμως και συλλογικά εγκλήματα που δεν ζητούν λήθη, αλλά δικαιοσύνη. Οι λαοί δεν έχουν την πολυτέλεια της αμνησίας. Γιατί κάθε φορά που ξεχνούν, κάποιος βρίσκεται πρόθυμος να τους ξαναπουλήσει τα ίδια ψέματα σε νέα συσκευασία. Γι’ αυτό πιστεύω ότι η μνήμη είναι η πιο επαναστατική μορφή αισιοδοξίας. Στην «Τέχνη του να μην Πεθάνεις» δεν ήθελα η μνήμη να είναι ένα άλμπουμ παλιών φωτογραφιών, αλλά μια πράξη αντίστασης. Ενας τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι ν’ αρνούνται να επιτρέψουν στον χρόνο ή στους ισχυρούς να διαγράψουν όσα άξιζαν να μείνουν ζωντανά. Γι’ αυτό πιστεύω ότι το μεγαλύτερο χρέος μας είναι να μη λησμονούμε όσα δεν πρέπει να ξανασυμβούν.

Στον παράδοξο ουρανοξύστη του μυθιστορήματος της Σεμίνας Διγενή, όπου συνυπάρχουν η μνήμη, η λήθη και οι ανθρώπινες πληγές, συνευρίσκονται «αναστημένες» σπουδαίες προσωπικότητες: η Μαρίκα Κοτοπούλη, ο Μαρσέλ Προυστ και η Ελλη Λαμπέτη
Οι απείθαρχοι στο βιβλίο σας «Η τέχνη του να μην Πεθάνεις», μοιάζουν να αμφισβητούν κάθε βεβαιότητα. Πιστεύετε ότι σήμερα η απείθεια εξακολουθεί να είναι πράξη ελευθερίας ή κινδυνεύει να μετατραπεί σε εύκολη επίδειξη αντίδρασης;
-Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στην απείθεια και στην πόζα. Σήμερα βλέπουμε συχνά μια δήθεν επαναστατικότητα χωρίς κόστος. Θυμωμένα σχόλια στο Διαδίκτυο, εύκολες καταγγελίες, φωτογραφίες με υψωμένη γροθιά. Μέχρι εκεί, όμως. Η πραγματική απείθεια, όμως, είχε πάντα τίμημα. Εφερνε εξορίες, φυλακές, απολύσεις, κοινωνικό αποκλεισμό. Η απείθεια δεν είναι χαρακτήρας, είναι συνείδηση. Σήμερα, ίσως η μεγαλύτερη απείθεια είναι να επιμένεις να σκέφτεσαι, όταν όλοι βιάζονται να αντιδράσουν προτού προλάβουν να αποκωδικοποιήσουν όσα συμβαίνουν.
Αν ο ουρανοξύστης άνοιγε σήμερα μία μόνο κενή θέση για έναν άνθρωπο της εποχής μας, ποιος θα άξιζε να γίνει ένοικός του και με ποιον από τους ήδη υπάρχοντες ενοίκους θα θέλατε να τον δείτε να συνομιλεί;
-Δεν θα διάλεγα έναν πρωθυπουργό, έναν δισεκατομμυριούχο ή έναν σταρ. Αυτό μου υπαγορεύει ο δημοσιογραφικός εαυτός μου, γιατί αυτοί έχουν ήδη υπερβολικά μεγάλο χώρο στη δημόσια σκηνή. Θα έβαζα έναν φοιτητή, έναν διασώστη, μια νοσηλεύτρια, έναν εργάτη που γυρίζει κάθε βράδυ κατάκοπος, μια μάνα που μεγαλώνει μόνη της τα παιδιά της. Η Ιστορία γράφεται κυρίως απ’ αυτούς που σηκώνουν καθημερινά τον κόσμο στις πλάτες τους. Αυτούς θα με ενδιέφερε να δω να συνομιλούν με όλους τους μεγάλους «ενοίκους» του ουρανοξύστη. Θα ήταν το πιο σπουδαίο ρεπορτάζ της ζωής μου. Αλλωστε, η δημοσιογραφία δεν περιορίζεται στην επικαιρότητα κι εμένα με γοητεύει πολύ η δημοσιογραφική λογοτεχνία. Οταν συνδυάζονται σωστά αυτά τα δύο συστήματα γραφής, προκύπτουν κείμενα βαθιάς κοινωνικής ευαισθησίας και λογοτεχνικής αξίας. Ισως και να μπορεί ο δημοσιογράφος-συγγραφέας να κάνει τη λογοτεχνία πιο… ενημερωμένη και να αναζωογονήσει τη συμβατική δημοσιογραφία.

Ο Ζοσέ Σαραμάγκου με τον Θανάση Βέγγο.
Υπάρχει κάποιο ιστορικό πρόσωπο που αφήσατε συνειδητά έξω από αυτό το σύμπαν; Οχι επειδή δεν είχε θέση στην Ιστορία, αλλά επειδή δεν ταίριαζε στον κόσμο που δημιουργήσατε;
-Πάρα πολλά. Δεν ήθελα, όμως, να φτιάξω μια εγκυκλοπαίδεια διασήμων. Ηθελα να δημιουργήσω μία κοινότητα χαρακτήρων. Ηθελα να παρατηρήσω πώς αντιδρά κάποιος που έχει απεριόριστες επιλογές. Και πειρασμούς. Με ενδιαφέρουν οι άνθρωποι που συνεχίζουν να κάνουν ερωτήσεις κι όχι εκείνοι που πιστεύουν ότι έχουν όλες τις απαντήσεις. Ισως γι’ αυτό λείπουν αρκετοί ισχυροί της Ιστορίας. Η αλαζονεία, ξέρετε, δεν είναι καλός συγκάτοικος. Δεν ακούει ποτέ το κουδούνι. Μπαίνει πάντα σαν να της ανήκει το κτίριο. Ο δικός μου ουρανοξύστης έχει έναν άγραφο κανονισμό: όποιος μπαίνει, αφήνει την έπαρσή του στην είσοδο. Διαφορετικά, το ασανσέρ δεν ανεβαίνει. Στο βιβλίο παρουσιάζεται αναλυτικά το μάνιουαλ για να μην πεθάνεις! Καλοσύνη, αλληλεγγύη και δικαιοσύνη τροφοδοτούν με δύναμη κι αθανασία αυτόν που τις προσφέρει. Αυτό είναι το πραγματικό μυστικό για να διασωθούμε. Αλλωστε, μόνο με επαναστάτες, ασυμβίβαστους και ονειροπόλους πήγε μπροστά ο κόσμος, μόνο έτσι μπορεί να συμβεί και τώρα ό,τι πρέπει να συμβεί. Και έχουμε ήδη αργήσει να σκεφτόμαστε με έναν νέο τρόπο.






















