Η πρόσφατη βράβευση του έργου με το Βραβείο Μυθιστορήματος από το περιοδικό «Ο Αναγνώστης» ήρθε απλώς να επιβεβαιώσει τη δυναμική μιας γραφής που ισορροπεί ανάμεσα στο ντοκουμέντο και την ποίηση. Με φόντο τα σκοτάδια της κατεχόμενης Αθήνας, τα φώτα του Παρισιού και τους ορίζοντες του Σαν Φρανσίσκο, ο γνωστός δημοσιογράφος και συγγραφέας μάς ξεναγεί στα άδυτα μιας τετραετούς έρευνας, μιλώντας για τα τραύματα του χρόνου και τις σιωπές που μας καθορίζουν.
Κύριε Αμανίτη, το βιβλίο σας μοιάζει με μια σπουδή πάνω στη γεωγραφία της απώλειας. Πώς μπορεί ένα ρολό χαρτί 27 μέτρων να χωρέσει το βάρος μιας ανεκπλήρωτης αγάπης και τη σιωπή ενός ολόκληρου πολέμου;
Πώς μπορεί να τα χωρέσει αυτά τα φοβερά η ψυχή ενός ανθρώπου; Διάβαζα κάπου ότι οι Λατινοαμερικανοί έχουν μια ευχή: Ο Θεός να μας φυλάξει από όσα μπορούμε να αντέξουμε. Οι πρόγονοί μας άντεξαν τρομερά πράγματα τη δεκαετία του ’40. Για να επιβιώσει μέσα στην Κατοχή, ο δικός μου ήρωας προσπάθησε να τα αδειάσει σε ένα ρολό χαρτί 27 μέτρων. Το γράφει και ο ίδιος: Χάρις σε αυτό επέζησε.
Ο κεντρικός σας ήρωας Νίκος Μπαλόγιαννης είναι ζωγράφος, λες και η πραγματικότητα χρειαζόταν χρώμα για να γίνει υποφερτή. Πιστεύετε ότι η Τέχνη γεννιέται ως άμυνα απέναντι στη βαρβαρότητα της Ιστορίας ή ως ένας τρόπος να μείνουμε αθάνατοι;
Ενας καλλιτέχνης θα σας πει ότι η τέχνη είναι ζωτική προσωπική ανάγκη. Τη γεννά εκείνος (ή εκείνη), δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά. Από εκεί και πέρα, η Τέχνη είναι πάντα ένα αντίβαρο στη βαρβαρότητα της Ιστορίας. Και, από την άλλη, υπάρχει άνθρωπος, καλλιτέχνης ή μη που να μπορεί να αντισταθεί στην πρόκληση της αθανασίας;

Πώς ανασυνθέτει κανείς τη «μυρωδιά» και την ατμόσφαιρα μιας χαμένης εποχής χωρίς να παγιδευτεί στη νοσταλγία;
Με τη σχολαστική και επίπονη έρευνα. Οσο κι αν η νοσταλγία παραμονεύει στη γωνία ενός παρισινού δρόμου του 1939 ή σε ένα σοκάκι της Πλάκας του Μεσοπολέμου (και μιλώ για τους τόπους και τα χρόνια που σημαδεύουν το βιβλίο μου), η επαφή με την παρελθούσα πραγματικότητα, όπως την περιγράφουν, παραδείγματος χάριν, οι εφημερίδες του Μεσοπολέμου, σε ισορροπεί. Ακούς μια επιτυχία του ’30, το «Θα σε πάρω να φύγουμε», φαντάζεσαι την μπάντα του δήμου να παίζει ταγκό μέχρι αργά τη νύχτα στην πλατεία Συντάγματος και μετά διαβάζεις για τον βόρβορο της οδού Ερατοσθένους ή για τη δυσωδία των βαλτωμένων νερών του Ιλισού και βλέπεις και την άλλη πλευρά των πραγμάτων. Η Αθήνα του Μεσοπολέμου ήταν όμορφη και βρομερή, αθώα και άθλια, τη γνώρισα καλά μέσα από εκατοντάδες ώρες έρευνας και τη μετέφερα στις σελίδες μου, την αγάπησα και πόσο θα ήθελα να μεταφερθώ αίφνης κάτω από τις πιπεριές της. Οχι για πολύ όμως!
Πώς βιώνει ένας συγγραφέας τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στα αληθινά ντοκουμέντα της Ιστορίας και τα φαντάσματα που γεννά η δική του μυθοπλασία;
Είναι δύσκολο εγχείρημα. Είναι μια ισορροπία σε τεντωμένο σχοινί πάνω από έναν γκρεμό. Εγώ προσπάθησα να χρησιμοποιήσω τα αληθινά ντοκουμέντα, την έρευνα, όχι μόνο για τα πρόσωπα αλλά και για την εποχή τους, σαν βάση πάνω στην οποία θα έπρεπε να αναπτυχθεί η μυθοπλασία. Και τελικά η μεγάλη πρόκληση ήταν πώς θα ενταχθούν αυτά τα ντοκουμέντα στην ιστορία, πώς ο συγγραφέας θα αντιμετωπίσει την Ιστορία, χρησιμοποιώντας όχι μόνο όσα γνωρίζει, όσα έμαθε, αλλά και όσα δεν ξέρει. Τελειώνοντας το βιβλίο και κοιτώντας πίσω το βάθος του γκρεμού πάνω από τον οποίο ισορρόπησες, τρομάζεις, αρχίζεις και σκέφτεσαι: Κι αν κάτι που δεν γνωρίζω ή δεν ερμήνευσα σωστά αλλάζει θεμελιακά όσα έγραψα; Τελικά όμως αυτό δεν έχει καμία σημασία. Η Ιστορία φτιάχνεται και από σιωπές. Και ό,τι δεν μάθαμε ποτέ είναι και αυτό μέρος της Ιστορίας.
ΜΕ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ Η ΑΤΟΜΙΚΗ ΜΝΗΜΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ
Ο τίτλος του βιβλίου κουβαλά μια διπλή υπόσταση: τον φυσικό αγνοούμενο και τον αγνοούμενο εαυτό μας μέσα στον χρόνο. Σε μια εποχή όπου η μνήμη μοιάζει ολοένα πιο εύθραυστη, τι πιστεύετε ότι κινδυνεύουμε περισσότερο να χάσουμε: τα γεγονότα, τα πρόσωπα ή τον τρόπο που τα θυμόμαστε;
Ετσι όπως βλέπω εγώ τα πράγματα, με την πάροδο του χρόνου η ατομική μνήμη μπορεί να περιορίζεται σε ακρίβεια, διευρύνεται όμως, εμπλουτίζεται από ξένα στοιχεία, γίνεται όλο και περισσότερο συλλογική. Σιγά σιγά, οι αναμνήσεις μας μπερδεύονται με αυτές των οικείων και φίλων μας, σημαδεύονται από ιστορικά γεγονότα, οικειοποιούμαστε ξένα παρελθόντα, μεταφέρουμε με τον δικό μας τρόπο μνήμες και ιστορίες που ακούσαμε κάποια στιγμή και μας έκαναν εντύπωση, η κοινή ζωή της εποχής μας κολλάει επάνω μας και άντε να ξεμπερδέψεις αυτό το κουβάρι, φωτογραφίες, μουσικές, εικόνες από ταινίες, βιβλία που διαβάσαμε, αφηγήσεις φίλων. Και μη νομίζετε ότι οι χιλιάδες ψηφιακές φωτογραφίες που ανεβάζουμε συνεχώς στα σύννεφα διασώζουν το παρελθόν. Αλλωστε, οι περισσότερες είναι σέλφι, οπότε το patchwork αναμνήσεων ποικίλης προέλευσης που ανέφερα πιο πάνω ίσως να είναι και μια άμυνα απέναντι σε αυτήν την απόλυτη εξατομίκευση της ανάμνησης. Οπότε ας νοσταλγήσουμε και αναμνήσεις άλλων, έτσι κι αλλιώς, αφού τις έχουμε, δικές μας είναι. Και πιστέψτε με, κάνει καλό.

