Με όπλο το αστείρευτο χιούμορ, τον σαρκασμό αλλά και τη βαθιά του ενσυναίσθηση, ο συγγραφέας «αποκαθηλώνει» τον ομηρικό ήρωα, μετατρέποντας το κλασικό έπος σε έναν σύγχρονο, ποπ καθρέφτη των ανθρώπινων αδυναμιών. Σήμερα, έχουμε τη χαρά να συνομιλούμε μαζί του για αυτό το ξέφρενο λογοτεχνικό ταξίδι, τη θεραπευτική δύναμη του γέλιου, τα «κουσούρια» που μας κάνουν ανθρώπινους και τη μαγεία τού να ξαναγράφεις την ιστορία από την αρχή.
Στην «Εξαλλη Οδύσσεια» παρουσιάζετε έναν Οδυσσέα γεμάτο ελαττώματα, μακριά από το αποστειρωμένο πρότυπο του «τέλειου ήρωα». Πιστεύετε ότι η σύγχρονη λογοτεχνία έχει ανάγκη να απομυθοποιήσει τα κλασικά ιερά τέρατα, για να μπορέσει ο σημερινός αναγνώστης να ταυτιστεί μαζί τους;
Οταν γράφω, έχω στο μυαλό μου μόνο την ιστορία που θέλω να αφηγηθώ: αυτή με κατευθύνει. Οι ήρωες, εξ ορισμού, έχουν κάτι που υπερβαίνει το ανθρώπινο, γι’ αυτό κι έχει επικρατήσει η μορφή του «καθημερινού ήρωα», δηλαδή του ανθρώπου με αδυναμίες, φόβους, εγωισμό, που μολαταύτα ξεπερνά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης από αγάπη, γενναιοδωρία, καλοσύνη. Ο ομηρικός Οδυσσέας είναι γνωστός, δεδομένος, ένα μνημείο λόγου κι ομορφιάς. Ο δικός μου, καθώς αφηγείται μια ιστορία ως επί το πλείστον κωμική, στην οποία εμπλέκεται ως θύμα, γελωτοποιός -ως απέραντα τρωτός άνθρωπος- σαφώς και δεν είναι τόσο ηρωικός. Αλλά είναι, ξαναλέω, δικός μου, παιδί ονείρων και ταυτίσεων κι απωθημένων. Μου μοιάζει και με περιέχει, και με κουβάλησε μαζί του σ’ ένα υπέροχο ταξίδι.

Εχετε δηλώσει ότι στόχος του βιβλίου είναι το «άσβεστο γέλιο». Πόσο δύσκολο είναι για έναν συγγραφέα να ισορροπήσει ανάμεσα στην καθαρή παρωδία και τη βαθιά, υπαρξιακή συγκίνηση, χωρίς το έργο να χάσει το λογοτεχνικό του βάρος;
Δεν είμαι σίγουρος ότι πιστεύω στο «λογοτεχνικό βάρος» – η έννοια μου φαίνεται δυσάρεστη, ασύμβατη με τη χαρά της γραφής και της ανάγνωσης. Ωστόσο, όταν γράφεις κωμωδία όντως ακροβατείς στο χείλος του κενού, γιατί αν δεν χαρίσεις γέλιο, όλο το εγχείρημα απέτυχε. Απ’ την άλλη, ακόμα κι η πιο επί τούτου χοντροκομμένη φάρσα σου επιτρέπει ανάσες για στοχασμό, για σκηνές τρυφερότητας, για φευγαλέα ανατομία της ανθρώπινης ψυχής. Ελπίζω πως, έπειτα από τόση αφοσίωση στην ευθυμογραφία, κατάφερα να συνδυάσω αυτά τα στοιχεία με την προεξάρχουσα ιλαρότητα του κειμένου.
Στο βιβλίο συνυπάρχει το επικό στοιχείο με τη σύγχρονη ποπ κουλτούρα και την αργκό. Πώς δουλέψατε αυτή τη γλωσσική μίξη ώστε να ακούγεται φυσική και πώς πιστεύετε ότι αντιδρά η γλώσσα όταν τη χρησιμοποιούμε για να «βεβηλώσουμε» κάτι κλασικό;
Η γλώσσα είναι ζωντανός οργανισμός, που εξελίσσεται διαρκώς, και γι’ αυτόν που γράφει είναι, πέρα από εκφραστικό εργαλείο, ανεξάντλητο παιχνίδι. Επομένως, για να γράψω την «Εξαλλη Οδύσσεια», αφέθηκα τελείως σε εξωφρενικές γλωσσικές αντιπαραθέσεις, σε αναχρονισμούς και στοιχεία της καθομιλουμένης, και στην πιστή αναπαραγωγή του προφορικού λόγου, τον οποίο μεταχειρίζομαι εξακολουθητικά σε δεκάδες βιβλία μου, γιατί το σφρίγος του τρέφει την ιστορία.
Από την Κίρκη και τους Λωτοφάγους μέχρι την Πηνελόπη, δίνετε μια εντελώς νέα διάσταση στους δευτεραγωνιστές του έπους.
Επειδή πάντα γράφω χωρίς σχέδιο, με μόνο τη βασική ιστορία, τον πρωταγωνιστή, κι έναν-δυο χαρακτήρες και περιστατικά στο μυαλό μου, η τροπή που παίρνουν οι ιστορίες, η εξέλιξή τους, οι μορφές που αλλάζουν, ή αναδύονται απ’ το πουθενά – όλα αυτά πάντα με εκπλήσσουν, όπως εκπλήσσεται το παιδί όταν ανακαλύπτει μικρούς θησαυρούς σ’ ένα βαθύ μπαούλο. Δεν είχα ιδέα ότι θα έμπλεκα την Κίρκη με τον Διόνυσο, ότι θα παράβλεπα τον επίσημο μύθο περί Λαιστρυγόνων, που τους θέλει τερατώδεις γίγαντες. Ο Τηλέμαχος, οι σύντροφοι, η Ναυσικά κι οι Φαίακες, η Σκύλλα κι η Χάρυβδη – όλοι κι όλα τους ήταν μια διαδοχή από αναπάντεχες κλειστές στροφές που έπρεπε να πάρω με το καταπονημένο σαραβαλάκι της φαντασίας μου. Και γι’ αυτό αγάπησα τόσο το συγκεκριμένο βιβλίο: ήταν ένα δώρο που το ασυνείδητο, με τους διαρκείς αυτοσχεδιασμούς του, έκανε στο συνειδητό μου.
Εχετε μια μοναδική σχέση ειλικρίνειας με το κοινό σας, μιλώντας συχνά για το σκοτάδι και το τραύμα. Ηταν αυτή η «Εξαλλη Οδύσσεια» μια ανάγκη για ένα καθαρά φωτεινό, λυτρωτικό διάλειμμα, ή μήπως πίσω από το γέλιο κρύβεται πάντα μια δική σας, προσωπική Ιθάκη;»
Τα κωμικά βιβλία είναι μια απόδραση που γυρεύω κάθε τόσο με το πέρασμα του χρόνου, όλο και συχνότερα. Νιώθω την ανάγκη για έναν, δύο μήνες, να ζω σ’ έναν κόσμο γεμάτο ευτράπελα, υστερία, γέλιο, προβλήματα που επιλύονται με την εφευρετικότητα της χαράς. Οσοι με διαβάζουν, βέβαια, ξέρουν πως η ιλαρή πλευρά μου φωτίζει και τα πιο σκοτεινά βιβλία μου, καθώς έμαθα την αξία του γέλιου απ’ τη μητέρα μου, που περνούσε μήνες ολόκληρους χωρίς να σκάει το χείλι της. Την έχω ανάγκη, αυτή την ελαφρότητα -ο χρόνος μάς τραβά προς τα κάτω στην κυριολεξία, με τους αόρατους γάντζους της βαρύτητας. Μεγαλώνουμε, γερνάμε- κι αν δεν γελάσαμε αρκετά, δεν θα ’χουμε άλλη ευκαιρία.

