Ένα κορίτσι που μεγάλωσε κάτω από τον λόφο του Φιλοπάππου, σε μια γειτονιά γεμάτη μελλοντικούς πρωταγωνιστές της ελληνικής πνευματικής ζωής, χωρίς η ίδια να φαντάζεται ότι μια μέρα θα συγκαταλεγόταν ανάμεσά τους.

Στα χρόνια της αθωότητας
Στο αφιέρωμα αυτό δεν θα σταθούμε στην ήδη γνωστή καλλιτεχνική της πορεία, αλλά στα χρόνια της διαμόρφωσης: στις οικογενειακές μνήμες από τα Ψαρά, στις πρώτες της αγωνίες, στις συμπτώσεις που την οδήγησαν στο θέατρο και στις προσωπικές δοκιμασίες που σφράγισαν τη ζωή της πίσω από τα φώτα της δημοσιότητας.
Η Μαρία (Μάρω) Κοντού έχασε τον πατέρα της από φυματίωση όταν ήταν μόλις ενάμιση έτους και μεγάλωσε με τη μητέρα και τη γιαγιά της. Η καταγωγή της ήταν από τα Ψαρά, για τα οποία μιλούσε πάντοτε με υπερηφάνεια. Μάλιστα, ο προπάππος της αναφέρεται στο μουσείο των Ψαρών ως «Ζαχαρίας Κοντός ο Μονόρχις», ένας φημισμένος πολεμιστής του νησιού, το παρατσούκλι του οποίου όμως, θα της δημιουργήσει στη συνέχεια ένα απρόβλεπτο πρόβλημα στη ζωή της.
Τα παιδικά της χρόνια κύλησαν σε μια γειτονιά γεμάτη πρόσωπα που αργότερα θα άφηναν το δικό τους αποτύπωμα στον ελληνικό πολιτισμό. Γείτονές της ήταν ο Μάριος Πλωρίτης, η Νανά Μούσχουρη και η Κατερίνα Γιουλάκη, με την τελευταία να φοιτά μάλιστα στο ίδιο Γυμνάσιο.

Ως παιδί υπήρξε ένα αυθεντικό αγοροκόριτσο. Καβαλούσε μοτοσικλέτες, δεν διακρινόταν για τις σχολικές της επιδόσεις, ψήλωνε απότομα και συνήθιζε να κυκλοφορεί με σορτς, προκαλώντας συχνά την αμηχανία της μητέρας της και τα σχόλια της γειτονιάς.
Ανησυχώντας μήπως αποκτήσει κύφωση εξαιτίας του ύψους της, η οικογένειά της την έστειλε στη Σχολή Χορού της Κούλας Πράτσικα, την πρώτη επαγγελματική σχολή χορού στην Ελλάδα. Την ιδέα είχε προτείνει ο Μιχάλης Μαντούδης, πρώτος ξάδελφος του πατέρα της και στέλεχος του υπουργείου Παιδείας στον τομέα του πολιτισμού.
Εκεί η νεαρή Μάρω βρήκε για πρώτη φορά έναν χώρο όπου αισθανόταν ότι ανήκει. Έτσι, όταν ο Δημήτρης Ροντήρης αναζήτησε δεκαέξι ψηλές και γυμνασμένες νέες από τις σχολές της Κούλας Πράτσικα και της Ραλλούς Μάνου για τον χορό του Εθνικού Θεάτρου, η έφηβη Κοντού ήταν μία από τις εκλεκτές, μαζί μάλιστα με την για δεκαετίες φίλης της Μαίρη Χρονοπούλου.
Η μετάβασή της στην υποκριτική έγινε σχεδόν τυχαία. Διαπιστώνοντας ότι οι ηθοποιοί αμείβονταν καλύτερα από τις χορεύτριες, αποφάσισε να αποκτήσει άδεια ηθοποιού. Έδωσε εξετάσεις στα «εξαιρετικά ταλέντα» και πέρασε παμψηφεί.
Η απόφασή της, πάντως, να ακολουθήσει το θέατρο είχε προκαλέσει σοκ στην οικογένειά της, που αποτελούνταν κυρίως από δικηγόρους, τραπεζικούς και γιατρούς. Η πιο έντονη αντίδραση ήρθε από τη συντηρητική Σμυρνιά γιαγιά της, η οποία, ακούγοντας τα όνειρα της εγγονής της, της είπε απαξιωτικά: «Φτου σου, πουτανάκι». Μια φράση που, όπως είχε εξομολογηθεί η ίδια, τη γέμισε ενοχές στα πρώτα χρόνια της καριέρας της.
Καθοριστική για την πορεία της υπήρξε η γνωριμία της με τον Δημήτρη Χορν. Εκείνος αναζητούσε μια ψηλή και εντυπωσιακή νέα ηθοποιό για το «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ. Ο Βύρων Πάλλης και ο Άλκης Στέας τού μίλησαν για τη Μάρω Κοντού και ο Χορν ζήτησε να τη γνωρίσει.

Με την πρώτη θεατρική της εμφάνιση στο πλευρό του Δημήτρη Χορν, τα φώτα της δημοσιότητας πέφτουν πάνω της
Η νεαρή ηθοποιός, χωρίς χρήματα για καινούρια ρούχα, δανείστηκε μια σκωτσέζικη καρό φούστα, ένα κασμιρένιο μπλουζάκι και παπούτσια ένα νούμερο μικρότερα και πήγε στο σπίτι του. Όταν της άνοιξε την πόρτα ένας απλά ντυμένος άνδρας, χαμηλότερος από εκείνη, ζήτησε να δει τον «κύριο Χορν». Η απάντηση «ο ίδιος» γκρέμισε αμέσως τον μύθο που είχε πλάσει στο μυαλό της.

Με την πρώτη θεατρική της εμφάνιση στο πλευρό του Δημήτρη Χορν, τα φώτα της δημοσιότητας πέφτουν πάνω της
Ο Χορν της διάβασε τον ρόλο μιας χειραφετημένης πόρνης. Εκείνη συγκινήθηκε τόσο ώστε ξέσπασε σε κλάματα, όμως όταν της πρότεινε να τον υποδυθεί, αρνήθηκε. Η αντίδρασή της προκάλεσε την έκπληξη του μεγάλου ηθοποιού, ο οποίος φέρεται να της είπε:. «Έλα θεέ μου. Είναι η πρώτη φορά που ακούω ηθοποιό να λέει όχι. Όλοι λένε ναι, όλα τα μπορώ ! Εγώ Μήδειες, εγώ Εκάβες, εγώ Οιδίποδες. Ε, λοιπόν αυτό το όχι με κεντρίζει πάρα πολύ».
Τελικά υπέκυψε στην επιμονή του. Μετά από πολλές αποτυχημένες πρόβες και λίγο πριν από την πρεμιέρα, χρειάστηκε να πιει ένα διπλό κονιάκ για να ξεπεράσει το τρακ της. Η εμφάνισή της υπήρξε επιτυχημένη και σηματοδότησε την αρχή μιας σπουδαίας πορείας.
Παρά τις φήμες που κυκλοφόρησαν κατά καιρούς, η σχέση της με τον Δημήτρη Χορν υπήρξε σχέση αμοιβαίας εκτίμησης και όχι ερωτικός δεσμός. Στα προσωπικά της απέφευγε συνήθως τους ανθρώπους του θεάτρου, με μοναδική εξαίρεση τον Γιάννη Βόγλη, για τον οποίο αργότερα θα πει: «Η σχέση μου μαζί του έπρεπε να τελειώσει και τελείωσε, αν και ήταν κάτι πολύ όμορφο και έντονο. Χρωστώ πολλά στον Γιάννη, ίσως περισσότερα απ’ ό,τι φαντάζεται».

Με τον Γιάννη Βόγλη (εδώ στη θεατρική παράσταση «Μια Γαλλίδα σε τιμή ευκαιρίας») την συνδέει αρχικά μια προσωπική σχέση, και εν συνεχεία μια μεγάλη φιλία
Η ζωή της σημαδεύτηκε επίσης από ένα βαθύ προσωπικό τραύμα. Σε ηλικία περίπου 25 ετών πληροφορήθηκε ότι δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδιά, κάτι που επιθυμούσε πολύ. Αναζητώντας τη «ρίζα» του προβλήματος, ανακαλύπτει ότι και ο πατέρας της είχε το ίδιο γενετικό χαρακτηριστικό με τον ψαριανό παππού της, με την ίδια να λέει χιουμοριστικά ότι «Αυτή η ιδιομορφία της φύσης ήρθε και ξέσπασε σε μένα το θηλυκό».
Όπως είχε αποκαλύψει η ίδια πολλά χρόνια μετά, οι γιατροί διαπίστωσαν ότι τα γεννητικά της όργανα παρέμεναν σε κατάσταση σχεδόν παιδικότητας, γεγονός που της δημιούργησε σοβαρό ψυχολογικό τραύμα για πολλά χρόνια.
Αναζητώντας λύση, ταξίδεψε στην Ελβετία για να συμβουλευτεί τον γιατρό της Σοφίας Λόρεν, η οποία αντιμετώπιζε αντίστοιχες δυσκολίες πριν αποκτήσει παιδιά. Όταν του αναφέρει μάλιστα το ανδρικό ιστορικό της οικογένειας, ο γιατρός κατανοεί πλήρως την αιτία του γενετικού αποτυπώματος
που καθορίζει απόλυτα από τη στιγμή της σύλληψης την άτεκνη συνέχεια. Η διάγνωση του υπήρξε απογοητευτική. Ο Ελβετός γιατρός χαρακτήρισε την περίπτωσή της εξαιρετικά σπάνια και της εξήγησε ότι επρόκειτο για μια ιδιαιτερότητα που ουσιαστικά απέκλειε την τεκνοποίηση. Τα μόνα παρήγορα λόγια που άκουσε ήταν ότι δεν θα αντιμετώπιζε κίνδυνο καρκίνου της μήτρας και ότι θα διατηρούσε για πολλά χρόνια τη νεότητά της, κάτι που πράγματι επιβεβαιώθηκε.
Η προσωπική της ζωή γνώρισε δύο γάμους. Ο πρώτος ήταν με τον κινηματογραφιστή Αριστείδη Καρύδη-Φουκς. Γνωρίστηκαν το 1956, παντρεύτηκαν τον Ιανουάριο του 1960 και χώρισαν το 1963. Αν και πολλοί απέδωσαν το διαζύγιο στη σχέση του Φουκς με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, η ίδια η Μάρω Κοντού υποστήριζε ότι ο γάμος είχε ουσιαστικά τελειώσει πριν εμφανιστεί η μεγάλη σταρ στη ζωή του.

Ο πρώτος της γάμος με τον Αριστείδη Καρύδη-Φουκς και κουμπάρο τον Γιάννη Μαρή
Ο δεύτερος γάμος της, με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα, τελέστηκε στις 21 Ιουλίου 1975, αλλά κράτησε επίσης λίγο. Η ίδια αντιμετώπισε το νέο τέλος με το γνώριμο χιούμορ και την ειλικρίνειά της, λέγοντας: «Ίσως τελικά να μη μου πηγαίνει ο γάμος».

Το καλοκαίρι του 1975 ανεβαίνει για δεύτερη φορά τα σκαλιά της εκκλησίας ως νύφη

