Αθήνα Καιρός

Ένα διήγημα κάθε ημέρα – «Βραδιές στον Γαλαξία» από τον Ελευθέριο Λ. Βέτσιο

11 λεπτά
Ένα διήγημα κάθε ημέρα – «Βραδιές στον Γαλαξία» από τον Ελευθέριο Λ. Βέτσιο

Υπάρχουν τόποι που δεν τους μετράς με χιλιόμετρα, αλλά με ανάσες. Τόποι που δεν τους θυμάσαι απλώς, αλλά τους κουβαλάς μέσα σου σαν έναν δεύτερο, πιο φωτεινό εαυτό.

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Από τον συγγραφέα Ελευθέριο Λ. Βέτσιο

Για μένα, ένας τέτοιος τόπος ήταν ο θερινός κινηματογράφος «Γαλαξίας» στην Αρτα τη δεκαετία του ’70. Δεν ήταν απλώς ένας χώρος προβολής ταινιών ήταν το καλοκαίρι το ίδιο, συμπυκνωμένο σε εικόνες, ήχους και αρώματα λουλουδιών.

Θυμάμαι ακόμα το ανέβασμα της σκάλας. Εκείνη η διαδρομή από το ισόγειο, όπου βρισκόταν ο χειμερινός κινηματογράφος «Παλλάς», μέχρι την ταράτσα, είχε κάτι το τελετουργικό. Σαν να άφηνες πίσω σου ένα κόσμο διαφορετικό και να ανέβαινες σε έναν μικρό, προσωπικό παράδεισο. Τα σκαλιά μύριζαν ζέστη, ασβέστη και λίγη ανυπομονησία. Κρατούσα το εισιτήριο σφιχτά στο χέρι, λες και μπορούσε να πετάξει, και κάθε βήμα ήταν μια υπόσχεση πως κάτι όμορφο με περίμενε.

Και ύστερα, η ταράτσα.

Ο «Γαλαξίας» απλωνόταν μπροστά μου σαν όνειρο. Γλάστρες με λουλούδια στις άκρες, γιασεμιά και βασιλικοί που μοσχοβολούσαν μέσα στη νύχτα, καρέκλες μασίφ στη σειρά, απλές μα ιδιαίτερες, με εκείνη την αίσθηση της πρόχειρης, αλλά ζεστής φιλοξενίας. Στο βάθος, η μεγάλη λευκή οθόνη, ακίνητη και σιωπηλή, σαν να κρατούσε μέσα της χιλιάδες ιστορίες έτοιμες να ξεχυθούν. Και από πάνω, ο ουρανός της Αρτας… απέραντος, σκοτεινός, γεμάτος αστέρια που ανταγωνίζονταν το φως της μηχανής προβολής.

Καθόμουν πάντα ανυπόμονα. Δεν είχε σημασία ποια ταινία έπαιζε. Για μένα, κάθε προβολή ήταν γεγονός. Οι φωνές των ανθρώπων γύρω μου, τα γέλια, το χαμηλό μουρμουρητό πριν σβήσουν τα φώτα, όλα έφτιαχναν ένα σκηνικό οικείο και ζωντανό. Οι άνθρωποι συζητούσαν, τα παιδιά γέμιζαν τον χώρο με τη ζωηράδα τους, και κάπου εκεί, ανάμεσα σε όλους, ήμουν κι εγώ… έφηβος πλέον, αλλά γεμάτος από εκείνη την περίεργη αίσθηση ότι συμμετείχα σε κάτι αξιόλογο. Υπήρχε κάτι μοναδικό και ανεξήγητα όμορφο στις καλοκαιρινές προβολές στο θερινό σινεμά. Δεν ήταν μόνο η ταινία, ήταν η προσμονή, η δροσιά της νύχτας, το άρωμα από γιασεμί και το φρεσκοψημένο ποπ κορν, οι σιγανές κουβέντες λίγο πριν σβήσουν τα φώτα.

Οταν έσβηναν τα φώτα, ο κόσμος άλλαζε.

Η μηχανή άρχιζε να βουίζει, ένα σταθερό, σχεδόν υπνωτιστικό βουητό, και η πρώτη δέσμη φωτός έσχιζε το σκοτάδι. Εκείνη τη στιγμή κρατούσα την ανάσα μου. Η οθόνη ζωντάνευε, και μαζί της ζωντάνευα κι εγώ. Τα πρόσωπα των ηθοποιών, τα τοπία, οι ιστορίες – όλα αποκτούσαν μια διάσταση μαγική, σχεδόν απτή. Δεν ήταν απλώς εικόνες. Ηταν παράθυρα σε κόσμους που δεν είχα δει, αλλά ένιωθα πως μου ανήκαν.

Εσωτερική εικόνα άρθρου

Θυμάμαι να γελάω δυνατά σε κωμωδίες, χωρίς καμία ντροπή. Να σφίγγω τα χέρια μου σε σκηνές αγωνίας. Να κοιτάζω αποσβολωμένος σκηνές που δεν καταλάβαινα πλήρως, αλλά ένιωθα ότι κάτι σημαντικό συνέβαινε. Και πάντα υπήρχε εκείνη η στιγμή που ξεχνούσα πού βρισκόμουν. Δεν ήμουν πια στην ταράτσα ενός κτιρίου στην Αρτα. Ημουν μέσα στην ταινία.

Κι όμως, η πραγματικότητα ήταν πάντα εκεί, σαν ένας ήσυχος συνοδοιπόρος.

Ενα αεράκι περνούσε ανάμεσα στις καρέκλες και χάιδευε τα μαλλιά μου. Η μυρωδιά των λουλουδιών αναμειγνυόταν με τη ζεστασιά της καλοκαιρινής νύχτας. Κάποιος ψιθύριζε, κάποιος γελούσε αυθόρμητα, και όλος ο χώρος έμοιαζε να ανασαίνει μαζί μου. Ολα αυτά δεν αποσπούσαν τη μαγεία·την πλούτιζαν, την έκαναν πιο ζωντανή, πιο δική μου.

Τα καλοκαίρια εκείνα είχαν μια απλότητα που σήμερα μοιάζει σχεδόν απίστευτη. Δεν υπήρχαν πολλές επιλογές, ούτε βιασύνη. Ο «Γαλαξίας» ήταν μια από τις λίγες αποδράσεις μου, και ίσως γι’ αυτό είχε τόση αξία. Δεν ήταν κάτι δεδομένο. Ηταν μια μικρή γιορτή μέσα στην καθημερινότητα.

Θυμάμαι να φεύγω στο τέλος της ταινίας με ένα περίεργο συναίσθημα. Χαρά και λύπη μαζί. Τα φώτα άναβαν ξανά, οι άνθρωποι σηκώνονταν, οι καρέκλες έτριζαν, και η μαγεία έσπαγε σιγά σιγά. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά, ένιωθα σαν να επιστρέφω από ένα ταξίδι. Δεν ήθελα να τελειώσει. Ηθελα να κρατήσει λίγο ακόμα.

Κι όμως, ίσως αυτό ήταν το μυστικό. Οτι τελείωνε.

Γιατί έτσι γεννιόταν η προσμονή για την επόμενη φορά. Για το επόμενο βράδυ, την επόμενη ταινία, το επόμενο καλοκαίρι. Ο «Γαλαξίας» δεν ήταν μόνο οι στιγμές που ζούσα εκεί, αλλά και όλες εκείνες που περίμενα να ξανάρθουν.

Σήμερα, όταν ανασύρω αυτές τις μνήμες, δεν θυμάμαι όλες τις ταινίες. Ούτε τους τίτλους, ούτε τις πλοκές. Θυμάμαι όμως τα συναισθήματα. Θυμάμαι το φως της οθόνης να φωτίζει τα πρόσωπα γύρω μου – γνώριμα πρόσωπα, φίλους που μοιραζόμασταν τις ίδιες στιγμές, τα ίδια γέλια. Θυμάμαι το αεράκι, τα λουλουδένια αρώματα, τις κουβέντες μας που μπλέκονταν με τους ήχους της ταινίας. Θυμάμαι εμάς, μια μικρή παρέα χαμένη μέσα στο φως και τη νύχτα, κι εμένα παιδί, να κοιτάζω τον κόσμο με μάτια γεμάτα απορία και θαυμασμό.

Ισως τελικά αυτός ήταν ο αληθινός «Γαλαξίας». Οχι μόνο ο κινηματογράφος, αλλά το σύμπαν των παιδικών μου χρόνων. Ενα σύμπαν όπου όλα ήταν πιο μεγάλα, πιο έντονα, πιο φωτεινά. Ενα σύμπαν όπου κάθε βράδυ μπορούσε να γίνει μια ιστορία, και κάθε ιστορία να γίνει ανάμνηση.

Και αυτές οι αναμνήσεις, όσες δεκαετίες κι αν περάσουν, δεν ξεθωριάζουν. Αντίθετα, μοιάζουν να αποκτούν ένα απαλό, ζεστό φως, σαν εκείνο της παλιάς μηχανής προβολής. Ένα φως που δεν τυφλώνει, αλλά φωτίζει απαλά ό,τι αγαπήσαμε.

Κάποιες φορές σκέφτομαι πως, αν μπορούσα να επιστρέψω για λίγο εκεί, δεν θα ζητούσα τίποτα περισσότερο από μια θέση σε εκείνη την ταράτσα. Να καθίσω σιωπηλός, όπως τότε, και να περιμένω να σβήσουν τα φώτα. Να νιώσω ξανά το ίδιο σφίξιμο από ανυπομονησία, την ίδια αθωότητα που έκανε τα πάντα να μοιάζουν μεγάλα και σημαντικά.

Μα ξέρω πως αυτά τα βράδια δεν επιστρέφουν. Εχουν χαθεί μέσα στον χρόνο, όπως οι παλιές ταινίες που κάποτε προβάλλονταν και τώρα υπάρχουν μόνο σαν θολές εικόνες στη μνήμη. Κι όμως, κάτι από αυτά μένει. Σαν ψίθυρος. Σαν φως που δεν έσβησε ποτέ εντελώς.

Γιατί ο «Γαλαξίας» δεν ήταν μόνο ένας θερινός κινηματογράφος. Ηταν ο τρόπος που ένιωθα τον κόσμο τα καλοκαίρια της εποχής εκείνης. Και ίσως, βαθιά μέσα μου, ένα κομμάτι εκείνου του παιδιού κάθεται ακόμη σε μια υφασμάτινη καρέκλα, κοιτάζει την οθόνη και πιστεύει πως όλα είναι ακόμα ζωντανά.

Και κάθε φορά που θυμάμαι εκείνα τα καλοκαιρινά βράδια, δεν είναι μόνο εικόνες που επιστρέφουν –

είναι μια ολόκληρη εποχή που ανασαίνει ξανά μέσα μου, για λίγο. Και ύστερα χάνεται πάλι, αφήνοντας πίσω της μια γλυκιά, σχεδόν ανεπαίσθητη μελαγχολία… σαν το τέλος μιας ταινίας που δεν ήθελες ποτέ να τελειώσει.

 

Ειδήσεις Σήμερα
Ακολουθήστε το EleftherosTypos.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο EleftherosTypos.gr
ΣΧΟΛΙΑ
Σχολιασμός

Tο eleftherostypos.gr δημοσιεύει άμεσα κάθε σχόλιο. Ωστόσο δεν υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Σχόλια με ύβρεις διαγράφονται χωρίς προειδοποίηση. Χρήστες που δεν τηρούν τους όρους χρήσης αποκλείονται.

eleftherostypos.gr | Ταυτότητα
Διακριτικός Τίτλος:Ελεύθερος Τύπος
Έδρα Εταιρείας:Χλόης 80, Μεταμόρφωση Τ.Κ. 14452
Νομική Μορφή:Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία
ΑΦΜ:801129700 – Δ.Ο.Υ.: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ
Νόμιμος Εκπρόσωπος – Διαχειριστής:Αντωνίου Θωμάς
Δικαιούχος Domain Name:ΕΤ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Ι.Κ.Ε.
Διευθυντής:Γιάννης Τσαπρούνης
Διευθυντές Σύνταξης:Μιχάλης Μαρδάς – Δέσποινα Κονταράκη
Αρχισυνταξία:Κώστας Κατίκος – Μιχαήλ Παπαβασιλείου
Εμπορικός Διευθυντής:Δημήτρης Καλαμάρης
Διευθύντρια Ψηφιακού Μάρκετινγκ:Ελένη Νικολετοπούλου
Στοιχεία Επικοινωνίας
Τηλέφωνο:+30210-8113000
Email:[email protected]