Νέα Μάκρη, αρχές των 90s. Θερινό σινεμά η «Σίσσυ». Ακόμη -τι ευλογία- υπάρχει…

Από τη συγγραφέα ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΑΝΔΡΕΟΥ
Σταθερό ραντεβού τις Παρασκευές τα βράδια για εμάς τους νεαρούς παραθεριστές του ατελείωτου καλοκαιριού των σχολικών μας χρόνων. Oλο το παρεάκι της εγγείας περιοχής, δύο δρόμοι όλοι και όλοι, να κατεβαίνει ποδηλατάδα, σαν φουριόζικο λεφούσι από μέλισσες χωρίς κεντρί, για να δει ό,τι ήταν να δει, η ταινία δεν είχε καμία απολύτως σημασία. Το μεταφορικό μας μέσο πάντα παρκαρισμένο σ’ ένα αδιέξοδο στενό στην πίσω μεριά, χύμα, αφημένα όλα στην τύχη τους, που σαν θαύμα ήταν πάντα καλή και ευνοϊκή. Ποιες αλυσίδες και λουκέτα, δεν γνώριζε η ζωή μας από τέτοια τότε. Aντε κάνα Tσιγγανάκι να έμπαινε στον πειρασμό, αλλά μπα, και αυτά φιλαράκια ήταν, έβγαζαν γλώσσα μονίμως και μας τάπωναν στις βρισιές, αλλά δεν μας είχαν κλέψει ποτέ τη μοναδική περιουσία μας: το ποδήλατό μας.
Oλη η γειτονιά γνώριζε πως το κόκκινο ποδήλατο με τη σπασμένη κόρνα ήταν του Βαγγέλη, το πράσινο με τη ψηλή σέλα του ένα και ογδόντα πέντε Στέφανου, το βεραμάν με το πλεχτό καλαθάκι μπροστά της Βάλιας, το καφέ-χρυσαφί, το καινούργιο, το μοστράτο, του Αγησίλαου, δώρο των γεμάτων ενοχών χωρισμένων γονιών του, το ασημένιο, το αγωνιστικό με τις ταχύτητες στο τιμόνι, του Σοφοκλή, το ροζ, το γυναικείο με τη σχαρούλα πίσω για τον δεύτερο αναβάτη, της Σόφης, το σαραβαλάκι με το σπασμένο φρένο του Στάθη – τέτοιο τρίψιμο της σαγιονάρας στην άσφαλτο κάθε φορά που έπρεπε να σταματήσουμε δεν υπήρχε, η γιαγιά που με στοργή και πολλά νεύρα μας κρατούσε όλο το καλοκαίρι φώναζε για τις παντόφλες που συχνά-πυκνά κόβονταν στα δύο του μεγάλου αδελφού∙ και το γαλάζιο, με το τιμόνι σαν Χάρλεϊ Ντάβιντσον μηχανή, της Χριστίνας.
Ηταν το πρώτο μου φιλί. Προαποφασισμένο εδώ και μέρες, χωρίς γλώσσα φυσικά, γιατί ήμουν δεκατρία μισό και κάπως στον ηθικό μου κώδικα μού καθόταν βαρύ. Αλλά έπρεπε να γίνει, είχα μείνει πίσω, τελευταία και καταϊδρωμένη! Είχα ένα κράτημα σε όλα, ήθελα να τα κάνω όλα σιγά σιγά, βασανιστικά αργά, να κατακτώ τη σωματική μου εγγύτητα με το άλλο φύλο. Σαν ιεροτελεστία. Ημουν βέβαια προετοιμασμένη, είχα συζητήσει όλο εκείνο το διάστημα με τη Βάλια και τη Σόφη, που ήταν μεγαλύτερες, την όλη διαδικασία, πώς θα γύρω δηλαδή το πρόσωπό μου, πώς θα βγάλω διακριτικά την τσίχλα δυόσμου από το στόμα μου, πριν συμβεί το μέγα γεγονός, πώς θα κρατήσω τα χείλη μου σφραγισμένα για να μην μπει η γλώσσα και έχουμε άλλα ζητήματα παραβίασης προσωπικών ορίων και άλλα πολλά τέτοια που συζητούσαμε τα κορίτσια, τα μεσημέρια, στις πευκόφυτες αυλές των εξοχικών σπιτιών μας.

Στην προτελευταία σειρά του σινεμά, οι νεολαίοι, δηλαδή εμείς, οι δυο μας, εγώ και ο Βαγγέλης, στο πλάι καθισμένοι και όλοι οι υπόλοιποι γαλαρία ακριβώς από πίσω μας. Οι σοβαροί θεατές δεν τολμούσαν να πιάσουν αυτές τις θέσεις, ήταν το άβατο της δικής μας νιότης. Από την τρίτη σειρά από το τέλος και μπροστά όλα τα γυναικόπαιδα ήταν ευπρόσδεκτα να απολαύσουν το θαύμα της Εβδομης Τέχνης.
Ομως, εκεί, στα πίσω καθίσματα, όποτε έσβηναν τα φώτα, γίνονταν όλα όσα έχουν τον διακριτικό τίτλο «πρώτη φορά». Ετσι και για μένα, τη δεκατριάχρονη Χριστίνα, όταν ο Κέβιν Κόστνερ μεταμορφώθηκε στον πιο αξιαγάπητο κλέφτη των δασών και ο Μπράιαν Ανταμς τραγουδούσε «Everything I do I do it for you», ο Βαγγέλης, μου έδωσε το πρώτο μου φιλί. Οπως ακριβώς τον είχαν ορμηνεύσει και πατρονάρει οι υπόλοιποι έμπειροι της παρέας… Το ενορχηστρωμένο σχέδιο του πρώτου μας φιλιού ολοκληρώθηκε στο άψε-σβήσε: ένα αγορίστικο μπράτσο απλώθηκε στον ώμο μου, ένα στεγνό ακούμπημα χειλιών στήθηκε πάνω στα χείλη μου και μετά ένα ηχηρό ρούφηγμα λίγης seven up με το καλαμάκι από τον παρτενέρ μου επισφράγισε την επιτυχή έκβαση της όλης διαδικασίας. Τι έγινε, ρε παιδιά; Αυτό ήταν; Ο Κέβιν Κόστνερ τη Μαίρη Ελίζαμπεθ Μαστραντόνιο, λίγο πριν, σχεδόν την παρέλυσε με το φιλί του. Θα μου πεις η γλώσσα του είχε χορέψει στον ουρανίσκο της ροκ εντ ρολ, αλλά και πάλι…
Και μόλις, τέλος πάντων, ολοκληρώσαμε το φιλί μας, ο Στέφανος σφύριξε δυνατά με τα δύο δάχτυλα και κανά δυο άλλοι χειροκρότησαν. Ενα ζευγάρι ηλικιωμένων, όπως ήταν αναμενόμενο, τους κατσάδιασε και μια κυρία με το μικρό της παιδάκι, φανερά ενοχλημένη, μας είπε πως εδώ ήρθαμε όλοι για να δούμε την ταινία και όχι για χαβαλέ… Είχε τα δίκια της δεν λέω, αλλά οι καρέκλες στη «Σίσσυ» με τα πλαστικά κορδονάκια, που κάθε φορά που σηκωνόμασταν είχαμε όλοι κόκκινες ρίγες στα πόδια μας παρατακτικά ζωγραφισμένες ακριβώς κάτω από τα ιδρωμένα βαμβακερά σορτσάκια μας, ήταν οι δικές μας θέσεις στον βραδινό ουρανό με τα πεφταστέρια, οι δικές μας θέσεις στο Χόλιγουντ και τον συναρπαστικό του κόσμο, οι δικές μας θέσεις για το κριτσάνισμα των τσιπς με ρίγανη και το γλείψιμο της γρανίτας, οι δικές μας θέσεις σε αυτή την αμήχανη αγκαλιά ή στο κράτημα του χεριού, όσο διαρκούσε η προβολή στη μεγάλη οθόνη, μέχρι να ξανανάψουν τα φώτα…
Εκείνο το βράδυ, του δικού μου φιλιού, μέχρι να τελειώσει η ταινία δεν ξεκόλλησα τα μάτια μου από το λευκό πανί. Καρφωμένα, ακίνητα, μουδιασμένα. Δεν κοίταξα τον αρχειοθετημένο στη μνήμη μου ως το πρώτο μου φιλί Βαγγέλη όλο το υπόλοιπο βράδυ, ούτε μία φορά, αλλά και την ταινία, με τους πέντε βαθμούς μυωπία παράσημο, θα ήταν αδύνατο να την παρακολουθήσω. Τα γυαλιά μου δεν τα είχα πάρει μαζί μου σκοπίμως, θα ήμουν λιγότερο από όσο άντεχα ωραία. Οπότε, ούτε τους υποτίτλους δεν μπορούσα καλά καλά να διαβάσω, ούτε ικανοποιητικά αγγλικά εκείνα τα χρόνια κατείχα, και νομίζω πως ακόμη και σήμερα αν με ρωτήσετε για την ταινία ο «Ρομπέν των Δασών», έχω μια θολή, συγκεχυμένη και ουδόλως ξεκάθαρη ανάμνηση…























